ΤΥΠΙΚΟΝ

Η ΑΝΑΓΝΩΣΙΣ ΤΩΝ ΕΥΧΩΝ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ
ὑπὸ τοῦ ἀρχιμανδρίτου Νικοδήμου Μπαρούση

(
ἀπὸ τὸ διαδικτυακὸ περιοδικό "Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ", 12-Νοεμ-2005)
[τὸ ἄρθρο μαζὶ μὲ τὴν ἐπιστολή, σε μορφὴ ἀρχείου .pdf]


 

 
Η ΑΝΑΓΝΩΣΙΣ ΤΩΝ ΕΥΧΩΝ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ.

 Ὑπὸ τοῦ ἀρχιμανδρίτου Νικοδήμου Μπαρούση.

  

Εἰς προσφάτως ἐκδοθὲν βιβλίον[1] γίνεται ἐκτενὴς ἀναφορὰ εἰς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀνα­γινώσκωνται οἱ εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας, καί, ἐπειδὴ κατ’ ἐπανά­λη­ψιν ἀναφέρεται ἐκεῖ τὸ ὄνομά μου, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσι νὰ δώσω κάποιες ἀπαντήσεις. Ἐξ ἄλ­λου ὁ τρόπος ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν, δὲν συνιστᾶ παρωνυχίδα, ἀλλ’ «ἔκ­φρα­­σι τῆς θεολογίας τῆς λατρείας», ὡς ἀνέφερε προσφάτως πανεπι­στη­μια­κὸς διδάσκαλος τῆς Λειτουργικῆς, ἤ, ὡς γράφει ὁ αἰδεσιμολογιώ­τατος συγγρα­φεὺς τοῦ ἐν λόγῳ βιβλίου, (εἰς τὸ ἑξῆς ὁ π.), τὸ θέμα αὐτὸ «ἀπο­τελεῖ κλειδὶ τῆς ἐκκλησιο­λογικῆς μας κατανοήσεως»[2], ἐφ’ ὅσον «πᾶσι τοῖς ὑπὸ τοῦ ἱε­ρέως διὰ πάσης τῆς τελετῆς πραττομένοις, ἡ οἰκονομία τοῦ Σωτῆρος σημαί­νεται»[3].

Ἀναφερόμενος εἰς τὴν ἀνάγνωσι τῶν εὐχῶν, ὁ π. ἀναδημοσιεύει ἐν πολ­λοῖς σχετικὰ ἄρθρα τοῦ περιοδικοῦ «Σύναξη» καὶ ἄλλων συγχρόνων μελετητῶν τοῦ θέματος, καὶ προσπαθεῖ νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν «εἰς ἐπή­κο­ον τοῦ λαοῦ» ἀνά­γνωσι τῶν εὐχῶν. Κατανοῶν, ὅμως, ὅτι ἡ ἐκ­κλη­­σια­στικὴ τάξις δὲν ὑπ­αγορεύεται ὑπὸ τῶν προσω­πι­κῶν ἑκάστου ἐκτιμήσεων, καὶ ἀντιλαμβανόμενος ὅτι ἡ ἐκκλησιαστι­κὴ αὐτοσυνειδησία ἐκφράζεται διὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων, προ­σ­παθεῖ νὰ εὕρῃ πατερικὰ ἐρεί­σματα διὰ νὰ στη­ρί­ξῃ τὶς ἀπόψεις του.

Κατ’ ἀρχάς, ὁ ἀναγνώστης ἐντυπωσιάζεται ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἀν­αφο­ρῶν τοῦ π. εἰς τοὺς Πατέρας. Ὅμως, μετ’ ὀλίγον οἱ ἐντυπώσεις ἀλ­λά­ζουν. Ὁ π. χρησιμοποιεῖ πατερικὰ κείμενα, ὄχι ὅμως ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνα­φέρονται εἰς τὴν τάξι τῆς λατρείας, ἀλλὰ ἐκεῖνα ὁποὺ γενικῶς ἀναφέρονται εἰς τὴν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Ἀσφαλῶς, οὐδεὶς ἀντιλέ­γει ὅτι τὰ κείμενα αὐτὰ εἶναι ὑψηλῆς ἐμ­πνεύ­σεως, ἀλλὰ δι’ αὐτὸν ἀκρι­βῶς τὸν λόγον, τόσον αὐτὰ ὅσον καὶ ἡ Ἁγία Γραφή, χρήζουν ἑρμηνείας ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας, διὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων Αὐτῆς, ὥστε νὰ καταφανῇ πῶς ἡ Θεολογία ἐκφράζε­ται εἰς αὐτὴν ἢ τὴν ἄλλην περίστασιν, εἰ δ’ ἄλ­λως, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, ἐξ­ομοιούμεθα πρὸς τὴν Προτεσταντικὴ περὶ τῆς Θεολογίας ἀντίληψι, φιλοσο­φοῦντες μᾶλλον καὶ ὄχι θεολογοῦντες. Ἐπὶ παραδείγματι, ἡ περὶ «βασιλείου ἱερατεύματος» διδασκαλία τοῦ ἀπο­στό­λου Πέτρου[4] ἔχει ἀνάγκη τῆς πατερικῆς ἑρμηνείας, ἵνα μή, ὑπὸ τῶν ἀφε­λῶν διαστρεβλουμένη, ὁδηγήσῃ τοὺς Χριστιανοὺς εἰς τὸν Προτεσταντισμό. Κα­θὼς ἐπίσης, ἡ περὶ «δημιουρ­γι­κοῦ λόγου» διδαχὴ τοῦ ἁγίου Ἰω­άννου τοῦ Χρυσοστόμου[5], ἔχει ἀνάγκη τῆς ἐξηγήσεως τοῦ ἁγίου Νικολάου τοῦ Καβάσιλα, διὰ νὰ μὴ ὁδηγηθοῦμε εἰς τὸν Ρωμαιοκαθολικισμό.

Ἄλλωστε, διὰ τὴν προσέγγισι τῶν θεμελιακῶν κειμένων, ὄχι μόνον τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀλλὰ καὶ τῶν θύραθεν, ἔχομεν ἀνάγκη τοῦ αὐθεντι­κοῦ ἑρμη­νευ­τοῦ. Ἕνα Σύνταγμα λ.χ., διὰ νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμο­γήν, ἔχει ἀνά­γκη μιᾶς νομοθεσίας, ἡ ὁποία θὰ συνοδεύεται ὑπὸ σχε­τι­­κῶν διατάξεων, μιᾶς ὁλοκλήρου ἑρ­μη­νευτικῆς νομολογίας, ὅπου καὶ θὰ ἀπο­δεικνύεται πῶς ἀκριβῶς ἐφαρμό­ζε­ται τὸ Σύνταγμα εἰς αὐτὴν ἢ τὴν ἄλλην περίπτωσιν. Ἔ­τσι λοιπὸν, καὶ εἰς τὴν πε­ρίπτωσι τῆς θεολογίας, οἱ ἅγιοι Πατέρες, διὰ τῶν λειτουργιολογικῶν ἔργων αὐτῶν, ὑπέδει­ξαν ποία εἶναι ἡ ὀρθόδοξος ἔκ­φρα­σις τῆς θεολογίας εἰς κάθε μία πρᾶξι τῆς λατρευτικῆς τάξεως, καὶ μάλιστα οἱ μεταγενέστεροι ἑρμηνεύουν αὐ­θε­ν­­τικῶς ὅ,τι ὑπὸ τῶν προγενεστέρων παρελή­φθη ὡς αὐτονόητον, διὰ νὰ μὴ ἐμ­πί­πτωμεν εἰς καινοτομίας, ὁποὺ ἀλλοιώνουν τὴν ὀρθόδοξο ἔκ­φρασι τῆς πίστεως.

Κατόπιν αὐτῶν, φρονῶ ὅτι ὁ π. οὐδὲν προσφέρει διὰ τῆς παρουσιάσεως τόσων πατερικῶν κειμένων, διότι αὐτά, ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν ἀνα­φέ­ρονται εἰς τὸν τρόπον ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας καὶ συνεπῶς χρήζουν ἑρμηνείας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ οἱ ἅγιοι Πατέρες, οἱ ὁποῖ­οι ἔγραψαν κείμενα ἀναφερό­μενα εἰς τὸν τρόπον ἀνα­γνώ­σεως τῶν εὐχῶν αὐτῶν, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐγνώριζαν τὰ κείμενα τῆς γενικῆς αὐτῆς δογματικῆς θεολογίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρονται οἱ παραπομπαὶ τοῦ π., μᾶς διδά­σκουν σαφῶς ὅτι οἱ εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας ἀναγινώσκονται «μυ­στι­­κῶς», δηλαδὴ ὄχι εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ[6].

Εἰς τὸ κείμενόν του ὁ π., ἐκτὸς τῶν πατερικῶν ἀναφορῶν, παραπέμπει συχνὰ καὶ εἰς κάποια προβλήματα τῆς λειτουργικῆς πρα­κτικῆς, καί, μὲ τὸ δεδομένον μιᾶς ὑποθέσεως ἀναποδείκτου καὶ ἀτε­κμη­ριώτου, προσ­πα­θεῖ νὰ οἰκοδο­μή­σῃ ὁλόκληρον θεωρία. Ἐπὶ παραδείγματι, εἰς τὴν μία πρότασι παρουσιάζει κάποιαν ὑπόθεσιν, ὅτι δῆ­θεν ἡ μυστικὴ ἀνά­γνωσις τῶν εὐχῶν ἐπεβλήθη διὰ λόγους τεχνικούς, ἐπειδὴ δηλαδὴ οἱ ἰσχνόφωνοι ἱερεῖς δὲν ἠμποροῦσαν νὰ γίνουν ἀκου­στοί, κ.τ.λ. Εἰς τὴν ἑπομένη πρότασιν, ἡ ὑπόθεσις αὐτή, εὐθὺς ἀμέσως ἄνευ ἄλλης ἀποδεί­ξεως, μεταβάλλεται εἰς ἐπιστημονικὴ θέσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἤδη τὸ ἓν σκέλος τῶν ἐπι­χειρημάτων του.

Ἀκόμη καὶ ἡ στάσις τοῦ ἱερέως ἐν­τὸς ἢ ἐκτὸς τοῦ ἱεροῦ βήματος καθορίζει, διὰ τεχνικοὺς πάντοτε λόγους, τὸν τρόπον ἀναγνώσεως τῶν εὐ­χῶν, γράφει ὁ π.[7], καὶ φέρει ὡς παράδειγμα τὶς εὐ­χὲς τοῦ (ἑξα­ψάλμου τοῦ) ὄρθρου. Δυστυχῶς ὅμως, ὡς φαίνεται, ὁ π. ἀγνοεῖ τὴν τάξι καὶ διὰ τοῦτο ὁδηγεῖται εἰς συμπερά­σματα ἄτο­πα. Οἱ εὐχὲς τοῦ ὄρθρου ἀναγι­νώ­σκονται ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ βήματος μόνον ἕως τοῦ τρίτου ψαλμοῦ τοῦ ἑξαψάλμου, δη­λαδὴ ἕξ περίπου εὐχές, οἱ δὲ ὑπόλοιπες ἀναγινώσκονται ἐκτὸς τοῦ βήματος, ὅλες ὅμως ἀναγινώ­σκον­ται μυ­στικῶς, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἐνισχύει τὴν ἡμετέραν ἄποψιν ὅτι ὁ π., δι’ ἀνα­πο­δεί­κτων ὑπο­θέ­σεων, προχωρεῖ εἰς ἄτο­πα συμπεράσματα, ἀ­σφα­λῶς ὄχι λόγῳ κακῆς προθέσεως, ἀλλὰ λόγῳ σχε­τι­κῆς ἀγνοίας τοῦ συγκεκριμένου θέματος.

Ἀκόμη καὶ ἡ ἱστορικὴ προέλευσις τῶν εὐχῶν αὐτῶν φανερώνει ὅτι ἀνεγι­νώ­σκοντο μυστικῶς, ἐφ’ ὅσον προ­έρχονται ἐκ τοῦ ἀσματικοῦ λεγομένου Τυπι­κοῦ, συμφώνως πρὸς τὸ ὁποῖον μεταξὺ τῶν ἀντιφώ­νων παρ­εμ­βά­λοντο μικραὶ συναπταὶ μετὰ τῶν εὐχῶν καὶ ἐκφωνή­σε­ων, κατὰ τὸν ἅγιο Συμεὼν Θεσσαλονίκης[8]. Δηλαδή, «ἐν ὅ­σῳ δὲ τῶν αἰ­τή­σε­ων ὁ δι­ά­κο­­νος ἐ­ξη­γεῖ­ται ... ὁ ἱ­ε­ρεὺς ἔν­δον εὐ­χὴν ποι­εῖ­ται ἡ­συ­χῇ καὶ καθ᾿ ἑ­αυ­τόν ... (καὶ) τὴν εὐ­χὴν τε­λέ­σας, τὴν αἰ­τι­ο­λο­γί­αν ταύ­την, ὅ­τι καὶ ἀ­κρο­τε­λεύ­τι­ος οὖ­σα καὶ δο­ξο­λο­γί­α ἐ­στίν, εἰς ἐ­πή­κο­ον πά­ν­των ἀ­να­γι­νώ­σκει», ὅπως ἐξη­γεῖ εἰς ἀνάλο­γον περίπτωσιν ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας[9].

Ἀλλὰ τὸ ἑπόμενο βῆμα τοῦ π. εἶναι ἔτι πλέον αὐθαίρετον. Ὑπο­στη­ρίζει ὅτι, ἡ μυστικὴ ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν ὑπηγορεύθη ἀπὸ πρακτι­κοὺς λόγους, οἱ δὲ θεωρητικοὶ λόγοι, δηλαδὴ ἡ θεολογία τῶν Πατέρων περὶ τῆς μυστικῆς ἀνα­γνώσεως τῶν εὐχῶν, «ἐκ τῶν ὑστέρων ἔρχονται νὰ δικαιώσουν τὰ γενόμενα»[10]. Δηλαδὴ ὅ,τι ὑποστηρίζουν κάποιοι «ἀδιά­βα­στοι» εἰς τὴν περίπτωσι τοῦ Σχίσματος, λέγοντες ὅτι τοῦτο εἶναι καρ­πὸς προσωπι­κῶν, κοινωνικῶν καὶ πολιτιστι­κῶν συνθηκῶν, ἡ δὲ θεολογία περὶ τῶν και­νοφανῶν καὶ αἱρετικῶν διδασκα­λιῶν τῶν Λατίνων εἶ­ναι μεταγενέστερον ἐφεύρημα τῶν Ἁγίων Πατέρων, πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἤδη δημιουργηθείσης καταστάσεως.

Ἐν ὀλίγοις, οἱ Πατέρες συ­κο­φαντοῦνται, ἐμμέσως πλὴν σαφῶς, ὡς ἀνέν­τιμοι, ἐφ’ ὅσον μὲ θεωρίας, ὁποὺ συνέθεσαν, ἔρχονται ὄχι νὰ ἑρμη­νεύ­σουν τὸ μυστήριον τῆς θεολογίας, ὅπως οἱ ἴδιοι διατείνονται, ἀλλὰ σπεύδουν νὰ καλύψουν θεωρητικῶς τὶς ἤδη δημιουργημένες καταστάσεις. Ἡ τακτικὴ αὐτὴ ἴσως νὰ ἀπαντᾶται εἰς κάποιους ἐξ ἡ­μῶν, ὄχι ὅμως καὶ εἰς τοὺς ἁγίους Πατέρας, διότι αὐτοὶ «οὐκ εἰσι εὐτελεῖς, ὥσ­περ εἰσὶν ἔνδοξοι, οὔτε δὲ ἐλάχιστοι, καθώς εἰσιν ἔν­τιμοι, οὔτε πάλιν ἀμα­θεῖς, διδάσκαλοι δέ εἰσι πάντων, διδάσκαλοι δέ εἰσι πάν­των τῶν ἀν­θρώ­πων ἔργοις ἀγαθοῖς· αὐτοὶ γὰρ διδάσκονται ἐξ ἰδίου Δεσπότου ... Τέλειοι ὑπάρχουσι, πλήρεις δικαιοσύνης ...»[11].

«Τὰ τελούμενα ... γίνεται μὲν ἕκαστον τῆς χρείας ἕνεκα τῆς ἐπιστα­μένης, σημαίνει δὲ καί τι τῶν τοῦ Χριστοῦ ἔργων ἢ πράξεων ἢ παθῶν»[12], (ὅπως τὰ ἐν­δύματα μᾶς σκεπάζουν καὶ μᾶς θερμαίνουν ταυτοχρόνως), καὶ δὲν ἐπενοή­θησαν «ἐκ τῶν ὑστέρων γιὰ νὰ δικαιώσουν τὰ γενόμενα», ὅπως γράφει ὁ π. Μάλιστα, «εἰσὶ καὶ τῶν τελουμένων ἔνια χρείαν μὲν οὐ­δεμίαν πληροῦντα, σημασίας δέ τινος ἕνεκα μόνον τελούμενα», ἐνῶ ὅλως ἰδιαιτέ­ρως «τὰ ἐν τῇ τελετῇ τῶν δώρων γινόμενα εἰς τὴν τοῦ Σωτῆ­ρος οἰκονομίαν ἀναφέρεται πάντα»[13].

«Ἡ προσπάθεια νὰ ἀποσιωπηθοῦν οἱ εὐχὲς ὁδηγεῖ σὲ κακοποίησι τῆς δομῆς τῆς θείας Λειτουργίας ... εἰδικὰ ὅταν δὲν ὑπάρχει διάκονος»[14], γράφει ὁ π. Ἑπομένως ἡ δυσκολία ἀρχίζει νὰ δημιουργῆται ἐκ τῆς ἀπ­ου­σίας τοῦ διακόνου, δηλαδὴ ἐκ τοῦ συγχρόνου φαινομένου τῆς παρουσίας εἰς ἕνα ἐνοριακὸ ναὸ δύο ἢ πέντε ἢ ἓξ ἱερέων, συνήθως μετὰ προϊσταμένου φέροντος τὸ ὀφφίκιον τοῦ ἀρχι­μανδρίτου, ἀλλ’ οὐδενὸς διακόνου.

Ἀσφαλῶς ἡ συμμετοχὴ τοῦ διακόνου εἰς τὴν θείαν Λειτουργία διευκολύνει τὴν «μυστι­κὴν» ἀνάγνωσι τῶν εὐχῶν, ἐφ’ ὅσον, «ἐν ὅ­σῳ τῶν αἰ­τή­σε­ων ὁ δι­ά­κο­νος ἐ­ξ­η­γεῖ­ται», (προ­φα­νῶς δι­ὰ φω­νῆς λα­μπρᾶς ἐ­ξα­κου­ο­μέ­νης ὑ­πὸ τοῦ λα­οῦ), «καὶ ὁ ἱ­ε­ρὸς λα­ὸς εὔ­χε­ται, ὁ ἱ­ε­ρεὺς ἔν­δον εὐ­χὴν ποι­εῖ­ται ἡ­συ­χῇ καὶ καθ᾿ ἑ­αυ­τόν...», (δη­λα­δὴ μυ­στι­κῶς). Καὶ «τὴν εὐ­χὴν τε­λέ­σας», (δί­χως νὰ τὴν ἀ­κού­ῃ ὁ λα­ός), «τὴν αἰ­τι­ο­λο­γί­αν ταύ­την, ὅ­τι καὶ ἀ­κρο­τε­λεύ­τι­ος οὖ­σα καὶ δο­ξο­λο­γί­α ἐ­στίν, εἰς ἐ­πή­κο­ον πά­ντων ἀ­να­γι­νώ­σκει, ἵ­να τοῦ ὕ­μνου κοι­νω­νοὺς ἅ­πα­ντας λά­βῃ, καὶ ὑπὸ πά­σης τῆς ἐκ­κ­λη­σί­ας ὁ Θε­ὸς ὑ­μνη­­θῇ. Καὶ τοί­νυν ἀ­κού­ο­ντες κοι­νω­νοῦ­­σιν αὐ­τῷ τοῦ ὕ­μνου. Εἰ­πό­ντος γὰρ ἐ­κεί­νου καὶ δο­ξο­λο­γή­σα­ντος, οἱ πι­στοὶ πά­ντες τὸ “ἀ­μὴν” ἐ­πι­λέ­γου­σι», (ὄ­χι ἐ­πει­δὴ ἤ­κου­σαν τὴν εὐ­χήν, ἀλ­­λὰ μό­νον τὴν δο­ξο­λο­γι­κὴ κα­τά­λη­ξί της). «Καὶ τοῦ­το τὸ ρῆ­μα βο­ή­σα­ν­τες οἰ­κει­οῦ­νται πά­σας τὰς ἐ­κεί­νου φω­νάς», (τὰς ὁ­ποῖ­ας δὲν ἤ­κου­σαν, ἐ­πει­δὴ ἀ­νε­γνώ­σθη­σαν μυ­στι­κῶς), ὅπως εὐκρινῶς καὶ κατ’ ἐπανά­λη­ψιν σημειώνει ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας[15].

Ὅμως, ὡς θεραπεία τῆς δυσχερείας ἐκ τῆς ἀπουσίας τοῦ διακόνου, δὲν προβλέπεται, ὑπὸ τοῦ π., ἡ μέριμνα ὅπως παρίσταται διάκονος, κα­τὰ τὴν τάξιν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἡ κάλυψις τοῦ χρόνου διὰ τῆς καινο­φα­νοῦς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ ... Καίτοι ὀλίγον ἀνωτέρω εἰς τὸ βιβλίον του, εἰς τὴν περίπτωσι τῆς «συμψαλμωδίας», ἀ­κο­λουθῶν ὁ π. ἀντίθετον λογικήν, ὑποστηρίζει ἐν­θέρμως καὶ ἀνυπερ­θέ­τως τὴν «παρουσία ὑπευθύνου καὶ καταλλήλου ψάλτου», ἀνταξία «τῆς πολι­τι­σμικῆς ἀνόδου ποὺ ἔχει φθάσει καὶ στὸ πιὸ μικρὸ χωριὸ τῆς πατρίδος μας»[16].

Ἀναντιρρήτως ἡ ψαλμωδία καταλαμβάνει σημαντικὴν θέσιν εἰς τὴν λατρείαν, κάτι τὸ ὁποῖον ἦταν γνωστὸ καὶ εἰς τοὺς ἁγίους Πατέρας, οἱ ὁποῖοι συν­έγρα­ψαν λειτουργιολογικὰ ἔργα. Ὁ π., ὑπερεξαίροντας ἴσως τὸν ρόλο τῆς μου­σικῆς κατὰ τὴν τέλεσι τῆς θείας Λειτουργίας, ὑποθέτει ὅτι, ὁ εἰς τὸν ἱερέα ἀναφε­ρόμενος ὅρος «ἐκφώνως» εἶναι «ἕνα εἶδος μου­σικοῦ ὅρου»[17]. Ὅμως οἱ Πατέρες καὶ ἐν προκειμένῳ εἶναι σαφεῖς.

Ἔτσι, ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας συχνὰ ἀποδίδει τὸν ὅρον «ἐκ­φώ­νως» διὰ τῶν ὅρων: «“εἰς ἐπήκοον πάντων ἀναγινώ­σκει”, “βοήσας”, “εἰς ἐπ­ήκοον πάντων εἰπών”, ...»[18], ἐνῶ ἀναφερόμενος εἰς τὴν ψαλ­μῳδία σημει­ώ­νει: «“τῶν ἱερῶν ψαλμῳδιῶν ἀπάρχεται”, “ἐν ὅσῳ ἡ ψαλμῳδία ἐτε­λεῖτο”, “ἧς (ψαλ­μῳδίας) ᾀδο­μέ­νης τὸ Εὐαγγέλιον εἰσάγεται”, ...»[19]. Κάποτε μάλιστα, εἰς τὴν αὐτὴν πρότασιν, ἐναρ­γέστατα, ἀντιδιαστέλλει τὴν ἐκ­φώνησι τῆς μουσι­κῆς ἀπαγγελίας: «Καὶ ταύτην τὴν αἰτιολογίαν ὡς δοξολογίαν οὖσαν βοήσας (ὁ ἱερεύς) ... αὖθις τῶν ψαλμῳ­διῶν ἄρχεται καὶ οἱ πιστοὶ συμπληροῦσιν»[20].

Ὁ ἅ­γι­ος Συμεὼν Θεσσαλονίκης ἀναφερόμενος εἰς τὴν περίπτωσι τοῦ ἐφ­υμνίου τοῦ κοντακίου, τὸ ὁποῖον ἀπα­γγέλ­λεται ὑπὸ τοῦ ψάλτου παραπλησίως πρὸς τὸν τρόπον ἀπαγγελίας τῶν ἐκφωνήσεων τοῦ ἱε­ρέ­ως, σημει­ώνει: «ἐν μικρῷ μελῳδή­μα­τι»[21], καὶ ἔτσι τὸ διαστέλλει εὐκρινῶς τῆς φράσεως: «εἰς ἐπήκοον ἐκ­φω­νεῖ»[22], τὴν ὁποίαν χρησιμοποιεῖ διὰ τὶς ἱερατικὲς ἐκφωνήσεις τῶν «μυστικῶς ... καὶ ἐν σιγῇ ... (καὶ) μετὰ σιγῆς»[23] ἀναγνω­σθέντων εὐχῶν.

Οἱ εὐχὲς δὲν εἶναι τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτὸ καὶ «ἐν ὅ­σῳ ἡ ψαλ­μῳδία ἐτελεῖτο», ὁ ἱερεὺς «ἐφ’ ἑαυτοῦ πρὸς τὸν Θεὸν ἐποιήσατο (τὴν εὐ­χήν) ...»[24]. Μάλιστα, εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς θείας Εὐχαριστίας ἡ εὐχὴ ὀνο­μάζεται «τελεστικὴ» — (κάτι τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐγνώριζεν ὁ ἅ­γιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἔσφαλεν, ὡς ἐνόμισεν ὁ π.[25]) : «Καὶ αὐτὸς (ὁ ἱερεὺς) πρὸ τῆς τελεστικῆς εὐχῆς, καθ’ ἣν ἱερουργεῖ τὰ ἅγια, τὴν εὐχαριστίαν ταύτην ποιεῖται πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· “Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ”. Καὶ πάντων συνθεμένων καὶ “Ἄξιον καὶ δίκαιον” ἀνειπόντων, αὐ­τὸς ἐφ’ ἑαυτοῦ τὴν εὐχαριστίαν προ­σ­φέρει τῷ Θεῷ ... καὶ ἡ θυσία τελεῖται πᾶσα ...»[26], γνωρίζων καλῶς «τῶν μυστηρίων τὸ σεμνὸν σιωπῇ διασῴζεσθαι» [27], κατὰ τὸν Μέγα Βασίλει­ον, καὶ ἀναγινώσκειν «ἀνεκφωνήτως» τὰς «ἐπικλήσεις εἰς τὴν μετουσίωσιν τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου», κατὰ τὸν ἅγιον Ἀθανάσιον τὸν Πάριον[28], δι­ότι «αὕτη ἡ τῆς ἱερωσύνης δύναμις, οὗτος ὁ ἱερεύς ... Διὰ τοῦτο οὐδεμία τοῖς πιστοῖς περὶ τοῦ ἁγιασμοῦ τῶν δώρων ἀμφιβολία, οὐδὲ περὶ τῶν ἄλ­λων τελετῶν, εἰ κατὰ τὴν πρόθεσιν καὶ τὰς εὐχὰς τῶν ἱερέων ἀποτε­λοῦνται», κατὰ τὸν ἁγιον Νικόλαο τὸν Καβάσιλα[29].

Κατόπιν πολλῶν περιπλανήσεων εἰς τὸν χῶρο τῆς ἐκκλησιαστι­κῆς γραμ­ματείας, ὁ π. ἀνακαλύπτει κάποιον ὑποστηρικτὴ τῆς εἰς ἐπή­κοον τοῦ λαοῦ ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας: αὐτὸς εἶναι ὁ Νεόφυτος ὁ Καυσοκαλυβίτης[30]. Ὅμως ὁ π., ἀγνοῶν ἀσφαλῶς ποῖος ἦταν ὁ Νεόφυτος, τὸν ἐχρη­σιμοποίησεν ὡς συνήγορο, νομίζων ἀφελῶς ὅτι εἶναι κάποιος ἀπὸ τοὺς μακαρίους Κολλυβάδες, τοὺς γνω­στοὺς ἐκείνους «ἐναρέ­τους ἄνδρας», οἱ ὁποῖοι «ἐν τοῖς ἐσχάτοις καιροῖς ὤφθησαν ... διατελοῦντες ἄσιτοι καθ’ ὅλην τὴν ἑβδομάδα καὶ οὕτω κοινωνοῦντες τῶν ἀχράντων Μυ­στηρίων ἐν ἑκάστῃ ἑβδομάδι ...»[31].

Ἀναμφιβόλως, ὁ ἐκ Πατρῶν Νεόφυτος ὁ Καυσοκαλυβίτης (†1784) εἶναι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἀνεμίχθη εἰς τὴν ἔριδα τῶν μνημοσύνων τὸ 1754. Ὅμως μετ’ ὀ­λίγον, τὸ 1760, ἔφυγεν ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος καί, ἐγκα­ταστα­θεὶς ἀπὸ τὸ 1768 εἰς τὴν Βλαχίαν, οὐδεμία πλέον σχέσιν εἶχε σχε­δὸν πρὸς τὸν «Φιλοκαλισμόν», καὶ πρὸς τοὺς στερρῶς ἐχομένους τῶν πατρικῶν παραδόσεων ἁγίους Κολλυβάδας, Μακάριον τὸν Κορίνθου, Νικόδημον τὸν Ἁγιορείτην καὶ Ἀθανάσιον τὸν Πάριον, οἱ ὁποῖοι καὶ ὑπεραμύνθησαν διὰ «τὰς ἀνεκφωνήτους ἐπικλήσεις εἰς τὴν μετουσίωσιν τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴ­νου»[32], τῆς ἀείποτε αὐτῆς πράξεως τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία «μυστικῶς, καὶ οὐχὶ ἐκφώνως, ὡς τὰ Κυριακὰ λόγια, ἀναγινώ­σκου­σα τὰς εὐχὰς» διετήρησε «τὴν σιωπημένην καὶ ἄγραφον καὶ μυστι­κὴν ταύτην παράδοσιν»[33].

Ὁ Νεόφυτος ὁ Καυσοκαλυβίτης, γνωστὸς διὰ τὶς σαφῶς αἱρετικὲς αὐτοῦ διδασκαλίες περὶ τὴν θείαν Εὐχαριστίαν, τὶς ὁποῖες διετύπωσεν εἰς τὸ βιβλίον του «Ἐπιτομή»[34], τὸ ὁποῖον ὡς συνήγορο χρησιμοποιεῖ ὁ π., ἔτυχε τῆς ἀποδοκιμασίας τῶν Κολλυβάδων, ἐπει­δὴ «ἀνεζωοποίησε» τὴν παλαιὰν αἵρεσι τοῦ Σικυδίτου, «ἥτις καὶ συνο­δι­κῶς κατεκρίθη»[35].

Μάλιστα, ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος ἔγραφε περὶ αὐτοῦ: «Οὐ μόνον ἐν τοῖς δογματικοῖς τούτοις ἰσχυρογνωμονῶν ὤφθη (ὁ Νεόφυτος), ἀλ­λὰ κἀν τῇ γραμματικῇ αὐτοῦ, ἣν ταῖς ξέναις παρενθήκαις καὶ ταῖς πάνυ πε­ριτταῖς προσθή­καις εἰς τὸ ἄμετρον ἐξογκώσας καὶ συγκαλύψας τὰ χρήσιμα διὰ τῶν ἀχρή­στων, ἀμετάπειστος ὤφθη τῇ σοφῇ τοῦ κυροῦ Εὐγενίου ἀξι­ώ­σει ...»[36]. Ἐπίσης: «Αὐτὸς (ὁ Νεόφυτος) ἑαυ­τὸν ἔβλαψεν, ἀλλὰ καὶ πολ­λοὺς ἄλλους τῶν ἀπλουστέρων, δι’ ὧν κατέλιπεν ἐναντίων μὲν ὄντων τοῦ εὐσε­βοῦς τῆς Ἐκκλησίας φρονήματος, τὴν συγκρότησιν δὲ δοκούντων ἔχειν ἔκ τε τῶν θείων Γραφῶν καὶ τῶν συνοδικῶν ἀποφάσεων, ὡς ἐποίουν πάλαι, καθὰ καὶ προείρηται, οἵ τε τῶν αἱρέσεων ἀρχηγοὶ καὶ οἱ τούτων συνήγοροι»[37].

Ἐπὶ πλέον, ὁ Νεόφυτος δὲν ἐδίστασε νὰ στραφῇ «κατὰ τοῦ Μάρκου ἐκείνου τοῦ προέδρου τῆς Ἐφέσου, ταὐτὸν εἰπεῖν τοῦ στύλου τῆς ἁ­γίας ἡ­μῶν Ἐκκλησίας, τοῦ φωστῆρος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, τοῦ ἀπλα­νοῦς ὁ­δη­γοῦ τῆς ἀληθείας ... κατὰ τοῦ θειοτάτου ἐκείνου διδασκάλου γλῶσσαν ἀκόλαστον καὶ ἀχάλινον ἐπαφῆκε ...»[38]. Ἀλλὰ καὶ «τὸν ὀρθο­δο­ξώτατον καὶ τὰ πάντα ἄριστον Μελέτιον τὸν Πηγᾶν», διὰ πλαστογρα­φήσεως «Χριστεμπαιξίαν αὐτῷ ἐγκαλῶν, ... ἀπό­βλη­τον εἰς μαρτυρίαν καὶ βεβαίωσιν κρίνει»[39]. «Ἀλλὰ μετὰ τὸν Πηγᾶν, καὶ Συ­μεὼν τὸν Θεσσαλονίκης ἀποῤῥαπί­ζει» ὁ Νεόφυτος, ὁ συνήγορος τοῦ π., «... μετὰ τοῦτον καὶ Δοσίθεον ἀποῤῥα­πί­ζει τὸν Ἱεροσολύμων, καὶ Κορέσιον τὸν θεολογικώτατον, καὶ Μελέτιον τὸν Συρίγον»[40]. Αὐτός, λοιπόν, εἶναι ὁ Νεόφυτος ὁ Καυσοκαλυβίτης, δι’ ὃ ὑπὸ τῶν Κολλυβάδων χαρεκτηρίσθη ὄχι ὡς «συνάδελφος», ἀλλὰ ὡς αἱρετικός, ὁ ὁποῖος κατέπεσεν «εἰς μέγαν βόθυνον»[41], καὶ κατεκρίθη ὑπὸ τοῦ Εὐγενίου Βουλγάρεως, τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη, τοῦ Κωνσταντίνου Οἰκονόμου ...

Τέλος ὁ π. ἀναγκάζεται νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι, ἡ μυστικὴ ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν μαρτυρεῖται σαφῶς ὡς ἐπικρατοῦσα εἰς τὴν Ἐκκλησία, τὸ ὀ­λι­γώτερον ἀπὸ τοῦ Ε΄ αἰῶνος μέχρι τῶν ἡμερῶν μας[42]. Δηλαδὴ ἡ μυστικὴ ἀ­νά­γνωσις τῶν εὐχῶν, καὶ ὑπὸ τῶν πολεμίων αὐτῆς, ἀναγνωρίζεται ὅτι εἶ­ναι τὸ «ἔθος τὸ κεκρα­τηκὸς» εἰς τὴν Ἐκκλησία, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν διάρκεια τῶν 3/4 τῆς ἱστορίας της! Εἶναι ἡ πρᾶξις τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐ­πο­χῆς τῶν Πατέρων καὶ Διδασκάλων αὐτῆς, τῆς ἐποχῆς τῶν Οἰκουμενι­κῶν Συνόδων, τῆς περιόδου τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν Σλαύων, τοῦ θεολογικωτάτου αἰῶνος τοῦ Ἡσυχασμοῦ, τῶν μαρτυρικῶν χρόνων τῆς Τουρκοκρατίας, τοῦ Φιλοκαλισμοῦ, κ.τ.λ. Ἡ μυστικὴ ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν εἶναι ἡ τάξις τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία πανταχοῦ, πάντοτε καὶ ὑπὸ πάν­των ἀνεγνωρίσθη, ἡ τάξις μὲ τὴν ὁποία λειτουργοῦν σήμερα ὅλες οἱ Ὀρ­θό­δοξες Ἐκκλησίες, ἡ τάξις ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τὴν λειτουργικὴν ὁμοι­ο­μορφία τῶν Ὀρθοδόξων, δηλαδὴ ἓν ἐκ τῶν πλέον οὐσιαστικῶν στοιχείων διὰ τὴν φανέρωσι τῆς ἑνό­τητος τῆς Ἐκκλησίας[43].

Τόσον ἡ ἑτεροχρονικὴ ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν, ὅσον καὶ ἡ εἰς ἐπ­ή­κο­ον τοῦ λαοῦ ἀπαγγελία τους, συνιστᾷ καινοτομία ἀντιστρατευ­ο­μέ­νη τὴν ἐπὶ 15 ὁλοκλήρους αἰῶνας — τοὐλάχιστον, κατὰ τὴν ἐκτίμη­σι τοῦ π. — πα­ράδοσι τῆς Ἐκκλησίας. Διερωτῶμαι: Ἄν, καθ’ ὑπόθε­σιν, ἀπεφάσιζε σήμερα ἡ Ἐκκλησία νὰ ἀθετήσῃ τὴν παράδοσιν αὐτήν, τί θὰ τὴν ἐμπόδι­ζε μετ’ ὀλίγον νὰ ἀθετήσῃ λ.χ. τὸν «Τρισάγιον Ὕμνον», ἐφ’ ὅσον καὶ αὐ­τὸς δὲν εἶναι ἀρχαιότερος τοῦ Ε΄ αἰῶνος ; Ἢ τί θὰ τὴν ἐμπόδιζε νὰ ἀθε­τή­σῃ τὴν προσκύνησι τῶν ἁγίων εἰκόνων, ἐφ’ ὅσον καὶ αὐτὴ διετυπώθη μετὰ τὸν Ε΄ αἰῶνα; Ἢ τί θὰ τὴν ἐμπόδιζε νὰ ἀλλοιώσῃ τὸ Εὐχολόγιον, ἐφ’ ὅσον πολλὰ ἐξ ὅσων ἀναγράφονται ἐκεῖ εἶναι νεώτερα τοῦ Ε΄ αἰῶ­νος; Ἢ τί θὰ τὴν ἐμπόδιζε νὰ προσθέσῃ νέες λειτουργίες, εἴτε δανειζομένη ἐκ τῶν αἱρέσεων, εἴτε ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς δῆθεν θεολογικῆς ἀκμῆς τῶν ἡμερῶν μας, — μία δικαιολογία, ἡ ὁποία μᾶς μεταφέρει ἀσφαλῶς εἰς τὸ αἴσθημα αὐταρεσκείας τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου ...

Ἔτσι καὶ πάλιν ἐξασφαλίζεται εἰς τὸν τόπο μας μία νέα λατινικὴ κυριαρχία, ἀντίθετος τώρα ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐμάχετο ὁ Χῖος ἰατροφιλό­σο­φος καὶ θεολόγος Εὐστράτιος Ἀργέντης[44], ἐφ’ ὅσον, μετὰ τὴν ἀναγνώ­ρισι τῆς «Λειτουργικῆς Κινήσεως» ὑπὸ τοῦ Βατικανοῦ, προπαγανδίζεται πλέον, γιὰ λόγους ἐντυπωσιασμοῦ[45], ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἔντονος συμμετοχὴ τῶν λαϊ­κῶν εἰς τὴν τέλεσι τῆς Λειτουργίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ ἔκτακτος ἀν­θρωπαρέ­σκεια καὶ θεατρικότης τῶν κληρικῶν[46]...

Τὴν ἐπικρατήσασα καί, ὑπὸ τῶν ἁγίων Πατέρων, ἀναγνωρισθεῖ­σαν καὶ καταγραφεῖσαν ἐκκλησιαστικὴν πρᾶξι τῆς μυστικῆς ἀναγνώ­σεως τῶν εὐχῶν ὁμο­λογεῖ καὶ ὁ π., ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν τὴν ἀποδέχεται, ὡς δῆθεν πε­πλανημένη. Καὶ πάλιν, κατὰ τὴν γνωστὴν μέθοδόν του, καταφεύγει εἰς μίαν τελείως αὐθαίρετον ὑπόθεσιν ὅτι, δηλαδή, ὅσοι Πατέρες ἔγραψαν περὶ τῆς μυστικῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν, ἔπραξαν τοῦτο ὄχι ἐπειδὴ ἀνεγνώ­ρι­ζαν τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς ἀνα­γνώσεως, ἀλλ’ ἐπειδὴ αὐτὸ ἦταν «τὸ ἔθος τὸ κεκρατηκός»[47]. Δηλαδὴ, ἐμμέσως πλὴν σαφῶς, ὡς μὴ ὤφειλε, μέμφεται τοὺς ἁγίους Πατέρας ὡς δειλοὺς καὶ ἀνεν­τίμους, οἱ ὁποῖοι ἐπλάνησαν τὴν Ἐκκλησίαν χάριν τῆς αὐταρεσκείας των.

Ἀτυ­χῶς ὁ π., ἀγνοῶν ὡς φαίνεται τὴν ἱστορία, καταλήγει εἰς συμ­περάσματα τὰ ὁποῖα καὶ εἰς ἐρευνητὴν ἄσχετον πρὸς τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν αὐτοσυνειδησία τῶν Ἁγίων της, εἶναι ἀπαράδεκτα. Διότι λ.χ. ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας, καὶ ὡς ἁπλοῦς ἄνθρωπος ἐξεταζόμενος, «τὶ θὰ εἶχε νὰ χάσῃ» μειώνοντας τὴν ἔννοια τῆς ἱερωσύνης καὶ ἐξυψώνοντας τὴν θέσι τῶν λαϊκῶν, ἀπευθυνόμενος εἰς τὸ πλῆρες «ζηλωτῶν» ἐκκλησίασμα τῆς Θεσσαλονίκης; Οἱ Ἅγιοι Πατέρες δὲν ἐδέχθησαν ἁπλῶς τὸ ἔθος τῆς μυστικῆς ἀναγνώσεως «ὡς κεκρατηκός», ἂν καὶ τοῦτο θὰ ἦτο καθοριστι­κῆς σημασίας διὰ τὴν λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά, ὡς ἀναφέ­ρει ὁ π. εἰς ἄλλο σημεῖον τῆς ἐργασίας του[48], καὶ θεωρίαν ἀν­έ­πτυξαν πε­ρὶ τῆς μυ­στικῆς αὐτῆς ἀναγνώσεως, διότι εἶχαν τὴν συνείδησιν ὅτι, ὁ τρό­πος ἀνα­γνώ­σεως τῶν εὐχῶν εἶναι «ἔκφρασις τῆς θεολογίας τῆς λατρείας».

Προκειμένου νὰ ἀντιστρατευθῇ τὴν μυστικὴν ἀνάγνωσι τῶν εὐχῶν  ὁ π. ἐπικαλεῖται μαρτυρίες κάποιων συγχρόνων θεολόγων. Ἀσφαλῶς, σεβό­μεθα τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, ἀλλ’ ἀδυνατοῦμε νὰ θέσωμε τὶς ἀπ­ό­ψεις των ὑπεράνω τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων Πατέρων, καίτοι εἶναι λό­γοι κατὰ κόσμον φιλοσοφημένοι, «κνήθοντες τὴν ἀκοήν»[49], ἐπειδὴ συν­ετέθησαν «κα­τὰ τὴν παράδοσι τῶν ἀνθρώπων»[50]. Δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀγροί­κους, ἀρκεῖ:

1). Ἡ «Θεωρία» τοῦ ὁμολογητοῦ ἁγίου Γερμανοῦ Πατριάρχου Κων­σταντινουπόλεως (†733), περὶ «τῶν ὑποψιθυ­ρι­ζο­μένων εὐχῶν»[51], ὅτι «ὁ ἱε­ρεύς, (ὡς τύπος τοῦ Χριστοῦ) ... ἀπαγγέλλων τῷ Θεῷ καὶ συλλαλῶν μόνος αὐτῷ ... ὥς ποτε Μωσῆς, (ὁ τύπος τοῦ Χριστοῦ εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην) ... Καθὼς γὰρ ἐλά­λησεν ὁ Θεὸς τῷ Μωσῇ ἀοράτως, καὶ ὁ Μωσῆς πρὸς τὸν Θεόν, οὕτω καὶ ὁ ἱε­ρεύς ...»[52].

2). Ἡ «Ἑρμηνεία» τοῦ θεολόγου τῆς θείας Εὐχαριστίας ἁγίου Νικο­λάου τοῦ Καβάσιλα (†1391), ὅτι ὁ ἱερεύς, «τὸ τῆς εὐχῆς ἀκροτελεύτιον, ἣν ἐφ’ ἑαυτοῦ πρὸς τὸν Θεὸν ἐποιήσατο εἰς ἐπήκοον πάντων βοήσας ... καὶ δο­ξο­λο­γή­σας, καὶ αὐτοὺς (τοὺς πιστοὺς) λαβὼν τῆς δοξολογίας κοινωνούς», «ἔνδον τοῦ θυσιαστη­ρίου καὶ ἐφ’ ἑαυτοῦ, μηδενὸς ἀκούοντος, καὶ πρὸς τὸν Θεὸν ἀποτεινόμενος εὔχε­ται», διότι «αὕτη τῆς ἱερωσύνης ἡ δύναμις, οὗτος ὁ ἱερεύς»[53].

3). Οἱ «Ἀποκρίσεις» τοῦ ἁγίου Συμεὼν ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (†1429), ὅτι, «ὁ δεύτερος τῶν ἱερέων ... ἔξωθεν τοῦ ἱεροῦ βήματος εἰς ἐπήκοον ἐκφωνεῖ ... ὅμως καὶ ὁ ἀρχιερεύς ταύτην (τὴν εὐχὴν) ἔνδον μυστι­κῶς πρὸς τὸν Θεὸν ἀναφέρει»[54].

4). Τὸ «Πηδάλιον» τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου (†1809), ὅτι, «ἡ πρᾶξις τῆς Ἐκκλησίας ἀείποτε μυστικῶς, καὶ οὐχὶ ἐκφώνως ὡς τὰ Κυ­ρι­α­κὰ λόγια, ἀναγινώσκουσα τὰς εὐχὰς ταύτας, τὴν σιωπημένην καὶ ἄ­γρα­φον καὶ μυ­στικὴν ταύτην παράδοσιν αἰνίττεται»[55].

5). Ἡ «Ἐξήγησις» τοῦ στύλου τῆς Ὀρθοδοξίας ἁγίου Μάρκου μητρο­πολίτου Ἐφέσου τοῦ Εὐγενικοῦ (†1444), ὅτι, «αἱ τοῦ ἱερέως ἐκφωνή­σεις ... τὰ μὲν οὖν αἰτήματα κοινῇ σὺν τοῖς ἄλλοις ἢ μόνος ὑπὲρ τῶν ἄλ­λων ἐκεί­νων ᾀδόντων εἴωθεν ἐκτελεῖν»[56], (δηλαδή, εὔχεται ὁ ἱερεὺς «δι’ ἐκείνους τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι τότε ψάλλουσιν»[57], ἑρμηνεύει ὁ Δοσίθεος Ἱεροσο­λύ­μων), «ἐπὶ δὲ τοῖς ἀκροτελευτίοις αὐτὸς ἀνακρούεται μόνος μεγάλῃ φωνῇ, πρὸς Θεὸν μὲν ἀποτεινόμενος, εἰς ὃν δήπου καὶ ἡ εὐχή, διδάσκων δὲ ἡμᾶς τὰς αἰτίας, ἐξ ὧν ἀκουσθῆναι μέλλομεν ... Ἀπόκρισιν οὖν τινα θείαν εἰκονίζει τοῖς αἰτου­μένοις ἡ τοῦ ἱερέως φωνή, καὶ πληροφορίαν ἐμβάλλει ταῖς τῶν νοούντων ψυχαῖς, ἅμα δὲ καὶ κοινωνεῖ τρόπον τινὰ τῶν ἡμετέρων ᾠδῶν, δι’ ὧν ἐκ­φω­νεῖ· καὶ ἡμεῖς αὖθις αὐτῷ τῶν εὐχῶν, ἐν οἷς ὑπέχομεν ἐκφω­νοῦν­τι τὰ ὦτα σι­γῇ, καὶ προσεπιφωνοῦμέν γε τό, Ἀμήν»[58], (δηλαδή, «κοι­νω­νεῖ τρόπον τινὰ εἰς τὸν ἴδιον καιρὸν ὁ ἱερεὺς τῶν ᾡδῶν καὶ δεήσεων ἡμῶν διὰ τῆς ἐκφωνή­σε­ως, καὶ ἡμεῖς ὁμοίως κοινωνοῦμεν τῶν εὐχῶν αὐτοῦ διδόντες ἀκρόασιν μὲ σιγὴν εἰς τὰς ἐκφωνήσεις, καὶ προσεπιφωνοῦντες καὶ ἡμεῖς κἀν τό, Ἀμήν»[59], ἑρμηνεύει ὁ Δοσίθεος Ἱεροσολύμων).


 

[1] «Τὸ ξεχασμένο Μυστήριο. (Ἐκκλησιολογικὲς συνέπειες τοῦ ἁγίου Χρίσματος)», ἔκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι 2003.

[2] «Τὸ ξεχασμένο Μυστήριο», ἔ.ἀ., σ. 134.

[3] Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, «Εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν», ἔκδ. «Sources Chretiennes», Παρίσι 1967, τ. 4, σ. 60.

[4] Πρβλ. Α΄ Πέτρ. β΄, 5.

[5] Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, P.G. 49, 380

[6] Πρβλ. ἐκτενὲς ἄρθρον ὑπὸ τὸν τίτλον: «Ἡ ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας», (περιοδ. «Θεο­δρο­μία», ἔτ. Δ´, τ. 1-3, Ἰαν.-Σεπτ. 2002, Θεσσ/κη, σ. 156-200).

[7] «Τὸ ξεχασμένο Mυστήριο», ἔ.ἀ., σ. 142.

[8] Ἁγίου Συμεὼν Θεσσ/κης, P.G. 155, 636-642.

[9] Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, ἔ.ἀ., σ. 122-124.

[10] «Τὸ ξεχασμένο Mυστήριο», ἔ.ἀ., σ. 142.

[11] Ἁγίου Ἐφραὶμ Σύρου, «Ἔργα», ἔκδ. «Τοῦ περιβολιοῦ τῆς Παναγίας», Θεσσαλονίκη 1989, τ. Β΄, σ. 18.

[12] Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, ἔ.ἀ., σ. 62.

[13] Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, ἔ.ἀ., σ. 64.

[14] «Τὸ ξεχασμένο Mυστήριο», ἔ.ἀ., σ. 146.

[15] Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, ἔ.ἀ., σ. 122-124.

[16] «Τὸ ξεχασμένο Mυστήριο», ἔ.ἀ., σ. 119, 133.

[17] «Τὸ ξεχασμένο Mυστήριο», ἔ.ἀ., σ. 143.

[18] Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, ἔ.ἀ., σ. 122-126.

[19] Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, ἔ.ἀ., σ. 124-126.

[20] Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, ἔ.ἀ., σ. 126.

[21] Ἁγίου Συμεὼν Θεσσ/κης, P.G. 155, 572.

[22] Ἁγίου Συμεὼν Θεσσ/κης, P.G. 155, 301.

[23] Ἁγίου Συμεὼν Θεσσ/κης, P.G. 155, 661, 608, 612.

[24] Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, ἔ.ἀ., σ. 124, 166.

[25] «Τὸ ξεχασμένο Mυστήριο», ἔ.ἀ., σ. 200-203.

[26] Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, ἔ.ἀ., σ. 174.

[27] Μεγάλου Βασιλείου, ΒΕΠΕΣ 52, 287.

[28] Ἁγίου Ἀθανασίου Παρίου, «Περὶ Παραδόσεως», (ὅρα: Π. Πά­σχου, «Ἐν ἀ­σκή­σει καὶ μαρ­τυ­ρί­ῳ», ἔκ­δ. «Ἁρ­μοῦ», Ἀ­θῆ­ναι 1996, σ. 87).

[29] Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, ἔ.ἀ., σ. 178.

[30] «Τὸ ξεχασμένο Mυστήριο», ἔ.ἀ., σ. 145.

[31] Στ. Παπαδοπούλου, «Ἅγιος Μακάριος Κορίνθου», ἔκδ. «Ἀκρίτα», Ἀθῆναι 2000, σ. 76.

[32] Ἁγίου Ἀθανασίου Παρίου, «Περὶ Παραδόσεως», ἔ.ἀ.

[33] Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, «Πηδάλιον», σ. 645.

[34] Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου, «Ἐπιτομὴ Ἱερῶν Κανόνων», (ἔκδ. «Ἀστέρος», Ἀθῆ­ναι 2002, ἐπιμελείᾳ Θεοδωρήτου Μαύρου ἱερομονάχου).

[35] Ἁγίου Ἀθανασίου Παρίου, «Ἐπιστολὴ ἀντιρρητική», (ὅρα: Κ. Μανάφη, «Ἀθα­να­σίου τοῦ Παρίου, Ἀνέκδοτος ἐπιστολὴ ἀντιρρητική», εἰς τὰ «Πρα­κτι­κὰ Ἐπι­στημονικοῦ Συνεδρίου: Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος», Πάρος 2000, σ. 221).

[36] Ἁγίου Ἀθανασίου Παρίου, «Ἐπιστολή», ἔ.ἀ., σ. 225.

[37] Ἁγίου Ἀθανασίου Παρίου, «Ἐπιστολή», ἔ.ἀ., σ. 226.

[38] Ἁγίου Ἀθανασίου Παρίου, «Ἐπιστολή», ἔ.ἀ., σ. 228.

[39] Ἁγίου Ἀθανασίου Παρίου, «Ἐπιστολή», ἔ.ἀ., σ. 231.

[40] Ἁγίου Ἀθανασίου Παρίου, «Ἐπιστολή», ἔ.ἀ., σ. 233.

[41] Ἁγίου Ἀθανασίου Παρίου, «Ἐπιστολή», ἔ.ἀ., σ. 228.

[42] «Τὸ ξεχασμένο Mυστήριο», ἔ.ἀ., σ. 159-160.

[43] Χάριν αὐτῆς τῆς λειτουργικῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας συνεκροτήθησαν Σύνοδοι πανορθοδόξου κύρους, ἀκόμη καὶ κατ’ αὐτὰ τὰ δυσχερῆ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας, εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, τὰ Ἱεροσόλυμα, τὴν Μόσχαν ... Πρβλ.: «...Κι ἀφόντης τέλος ἔλαβε προβίβασις ἡ θεία, καθ’ ἕνας τότες ἔλαβε τὴν θείαν λειτουργίαν, ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς κ’ οἱ δύο πατριάρχαι, ὁμοίως καὶ ἡγούμενοι καὶ οἱ ἀρχιμανδρίται. Καὶ μυστικῶς ἐλέγα­σι πάντες εὐχὰς ἁγίας· ὁ πατριάρχης ἔλεγεν ἐκφώνησεις ἁγίας. Ἀφόντης ἐτελείωσαν τὴν θείαν λειτουργίαν οἱ πάντες ἐμετάλαβαν τὴν θείαν κοινωνίαν...». («Καθίδρυσις Πατριαρχείου ἐν Ρωσσίᾳ», ὑπὸ Σπ. Ζαμπελίου, ἐν Ἀθῆναις 1859, σ. 40).

[44] Πρβλ. τὴν ὑπὸ ἔκδοσιν διατριβὴν τοῦ θεοφιλεστάτου Διοκλείας Καλλίστου Γουέαρ: «Εὐστράτιος Ἀργέντης. (Σπουδὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὑπὸ τὸν Τουρκικὸ ζυγό)», Ὀξφόρδη 1964.

[45] Διότι ἔχουν ἀντιληφθῇ ὅτι πάντες τοὺς ἀποστρέφονται καὶ προσπαθοῦν, δημιουργών­τας νέες ἐντυπώσεις, νὰ κερδίσουν τὴν ἐκτίμησι τοῦ κόσμου.

[46] Πρβλ. τὸ γεγονὸς ὅτι, ἕνα ἀπὸ τὰ θέματα τῶν γυναικείων «Κύκλων», τῶν ἀπ’ εὐθείας ἐξαρτω­μέ­νων ἐκ τῆς ἀρχαιοτέρας χριστιανικῆς «Κινήσεως» τοῦ τόπου μας, εἶναι καὶ ἡ ἀπὸ στήθους ἐκμάθησις τῆς ἱερατικῆς «εὐχῆς τοῦ Εὐαγγελίου» ὑπὸ κάθε μιᾶς κυρίας, ὥστε αὕτη νὰ τὴν ἀπ­α­γγέλλῃ «καθ’ ἐαυτὴν» πρὸ τῆς ἀ­να­γνώσεως τοῦ ἱεροῦ Εὐαγελίου, κατὰ τὴν θείαν Λειτουργίαν ...

[47] «Τὸ ξεχασμένο Mυστήριο», ἔ.ἀ., σ. 205.

[48] «Τὸ ξεχασμένο Mυστήριο», ἔ.ἀ., σ. 142.

[49] Πρβλ. Β΄ Τιμ. δ΄, 3.

[50] Κολ. β΄, 8.

[51] Ἁγίου Γερμανοῦ Κων/πόλεως, P.G. 98, 452.

[52] Ἁγίου Γερμανοῦ Κων/πόλεως, P.G. 98, 429.

[53] Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, ἔ.ἀ., σ. 166, 304, 178.

[54] Ἁγίου Συμεὼν Θεσσ/κης, P.G. 155, 301.

[55] «Τὸ ξεχασμένο Mυστήριο», ἔ.ἀ., σ. 645.

[56] Ἁγίου Μάρκου Εὐγενικοῦ, P.G. 160, 1189.

[57] Ἁγίου Μάρκου Εὐγενικοῦ, «Ἐξήγησις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀκολουθίας», (ὅρα: Ἁγίου Συ­μεὼν ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, «Ἅ­παν­τα», ἔκδ. «Ρηγοπούλου», Θεσσαλονίκη ἄ.χ., σ. 459).

[58] Ἁγίου Μάρκου Εὐγενικοῦ, P.G. 160, 1189.

[59] Ἁγίου Μάρκου Εὐγενικοῦ, «Ἐξήγησις», ἔ.ἀ.