ΤΥΠΙΚΟΝ

Περὶ τοῦ τρόπου ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν τῆς Θείας Λειτουργίας
(Ἀπάντησις εἰς τὸν κ. Γ. Φίλιαν)

τοῦ ἀρχιμανδρίτου Νικοδήμου Μπαρούση
 

Περιοδικό ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ, Ἰουλ.-Σεπτ. 2003, τ. Ε' 3, σ. 351-367)

(
ἀπὸ τὸ διαδικτυακὸ περιοδικό "Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ", 6-Ἰουνίου-2006)
[σε μορφὴ ἀρχείου .doc]


 

Ἐξ ἀφορμῆς παλαιοτέρας εἰσηγήσεώς μου σχετικῶς μὲ τὸν τρόπον ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας[1], ὁ ἀναπληρωτὴς καθηγη­τὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ. Γ. Φίλιας –ἐφεξῆς κ. Φ.– ἐδημοσίευσε προσφάτως μελέτην του[2], εἰς τὴν ὁποίαν δια­τυπώνει τὶς ἀπόψεις του ἐπὶ τῆς εἰσηγήσεώς μου. Ἐπειδὴ ὁ κ. Φ., εἰς τὸν ἐπίλογον τῆς κριτικῆς του γράφει ὅτι, «μέσα ἀπὸ τὴν κατάθεση αὐτὴ (τῶν ἀπόψεών του) ἐπιθυμεῖ νὰ προκληθεῖ ἕνας γόνιμος διάλογος»[3], διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ διὰ τῆς παρούσης ἐν ὀλίγοις, προσπαθῶν νὰ ἐμ­μεί­νω ἐπὶ τῆς οὐ­σίας τοῦ θέ­μα­τος καὶ νὰ ἀποφύγω σχολιασμοὺς προσω­πι­κῶν ἐκτιμήσεων...

Κατ᾿ ἀρχὴν θὰ ἤθελα νὰ εἰπῶ ὅτι, ἐξ ὅσων τοὐλάχιστον γνωρίζω, εἰς τὸ Λειτουργικὸν Συνέδριον τῆς «Ἑταιρείας Ὀρθοδόξων Σπουδῶν» εἰς τὴν Θεσσαλονίκην τὸ ἔτος 2002, εἶχε κληθῆ νὰ συμμετάσχῃ καὶ ὁ κ. Φ. Ἐγὼ προσωπικῶς, μεταβαίνων εἰς τὸ ἐν λόγῳ Συνέδριον, κατόπιν ἀδείας τῆς ἐκκλησιαστικῆς μου ἀρχῆς, ἀνέμενα ὅτι θὰ ἐσυναντοῦσα ἐκεῖ καὶ τὸν κ. Φ., ὁ ὁποῖος ὡς ἐνασχοληθεὶς μετὰ τοῦ συγκεκριμένου θέματος παλαιό­τερον[4], θὰ ἐπροκαλοῦσε, ὡς ἀνέμενα, γόνιμον διάλογον. Ὅμως ὁ κ. Φ., διὰ λόγους ἀγνώστους εἰς ἐμέ, δὲν προσῆλθε.

Α´. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι, εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς εἰσηγήσεώς μου ἐκείνης εἶχα εἰπῆ ὅτι, «δὲν θὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σω κα­θό­λου αἱ­ρε­τι­κὲς μαρ­τυ­ρί­ες, λ.χ. τὸν Θε­ό­δω­ρον Μομ­ψου­ε­στί­ας (δ´ αἰ.), ἢ τὴν συ­ρο­χαλ­δαϊ­κὴν λει­τουρ­γί­αν τοῦ Ἀδ­δαί­ου καὶ Μά­ρι­ος, γι­ὰ νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξω τὴν μυ­στι­κὴν ἀ­νά­γνω­σιν τῶν εὐ­χῶν, ὅ­πως δὲν θὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σα τὴν κο­πτι­κὴν τοῦ ἁ­γί­ου Βα­σι­λεί­ου, γιὰ νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξω τυ­χὸν τὴν εἰς ἐ­πή­κο­ον τοῦ λα­οῦ ἀ­νά­γνω­σίν τους. Ἐ­πει­δὴ αὐ­τές, ὡς καρ­ποὶ τῶν αἱ­ρέ­σε­ων, τοὐ­λά­χι­στον κα­τὰ τὸ τε­λε­τουρ­γι­κόν τους μέ­ρος, δὲν ἠ­μπο­ροῦν νὰ προ­σφέ­ρουν λύ­σεις σὲ κά­ποι­ο πρό­βλη­μα τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας»[5]. Ὁ κ. Φ. ἀντελήφθη τὴν φρᾶσιν αὐτὴν ὡς ἀντιστρατευο­μέ­νην τὴν διδακτορικήν του Διατριβήν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι ἔγκριτοι ἐρευνηταί, ἐξετάζει ἐπιστημονικῶς τὰ κείμενα αὐτά. Ὅμως, ὁ κ. Φ. δὲν ἀρκεῖται μέχρι αὐτῆς τῆς ἀδικαιολογήτου παρεξηγήσεως, ἀλλ᾿ ἀκο­λούθως προβαίνει καὶ εἰς χαρακτηρισμοὺς προθέσεων καὶ ψυχικῶν μου καταστάσεων λίαν ὑποτιμητικοὺς δι᾿ ἐμέ...[6].

Διερωτῶμαι· Πόθεν ὁ κ. Φ. συμπεραίνει ταῦτα; Ἐγὼ ἁπλῶς ἤθελα νὰ δηλώσω ἐξ ἀρχῆς τὰ πλαίσια ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ ἐκινούμην. Ἀντιλαμ­βα­νό­μουν ὅτι ἡ ἐξέτασις τοῦ θέματός μου, θὰ ἦταν πληρεστέρα ἂν ἐπεξ­ετείνετο καὶ εἰς συγκρίσεις πρὸς τὰ σχίσματα καὶ τὶς αἱρέσεις, ἀλλ᾿ αἰσθα­νό­μενος ὅτι δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν δυνατότητα, τὸ ἐδήλωσα, ἐνῶ παραλλήλως ἐξέφραζα τὴν ἄποψίν μου ὅτι, καὶ ὑπὸ τὶς προϋποθέσεις αὐτές, ἡ εἰσήγησίς μου ἐπὶ τῆς οὐσίας δὲν θὰ ὑστεροῦσε, ἐφ᾿ ὅσον οἱ αἱρέσεις δὲν ἠμποροῦν νὰ βοηθήσουν εἰς ἐπίλυσιν προβλημάτων τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ κ. Φ., ἔχων ὡς δεδομένην τὴν παρεξήγησιν αὐτὴν προβαίνει, ὡς καὶ πολλαχοῦ τῆς κρι­τικῆς του, εἰς διατύπωσιν ἀδικαιολο­γήτων ὑπαινιγμῶν δι᾿ ἐμέ, (ἐκθέτων ὅ­μως ἔ­τσι τὸν ἑαυτόν του, ἐφ᾿ ὅσον ὁ ἴδιος καταδικάζει παρομοίαν συμπερι­φ­ράν, ὡς ἀνεπίτρεπτον δι᾿ ἕναν «ἐπιστήμονα» καὶ «πνευματικὸν» ἄνθρω­πον[7]), καὶ μὲ ἀν­τιμετωπίζει ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς «κατάντιας στὴν σύγχρονη ὀρθό­δο­ξη ἐκ­κλη­σιαστική μας πραγματικότητα»[8]. Διὰ τοῦτο καὶ σπεύδω νὰ δηλώσω ὅτι, δόξα τῷ Θεῷ, κρίμασιν οἷς οἶδεν Αὐτός, στεροῦμαι παντὸς «κατόπ­τρου»[9], ὥστε ἀπὸ πλευρᾶς μου ἠμπορεῖ νὰ μένῃ ἥσυχος...

Ἂς ἔλθωμεν, ὅμως, καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος. Γράφει ὁ κ. Φ. περὶ τῆς συ­ρο­χαλ­δαϊ­κῆς λει­τουρ­γί­ας τοῦ Ἀδ­δαί­ου καὶ Μά­ρι­ος:

1). «Ἡ ἀρχαιότητα (αὐτῆς) ἐγγυᾶται καὶ τὴν Ὀρθοδοξία»[10]. Διερωτῶμαι· Μήπως ὁ κ. Φ. ἀγνοεῖ ὅτι ἀπὸ τοῦ α´ αἰῶνος ὑπῆρχαν αἱρέσεις; Διὰ τοῦτο καὶ «ἡ ἀρχαιότης καθ᾿ ἑαυτὴν δὲν ἀποτελεῖ κατάλληλον ἀπόδειξιν τῆς ἀλη­θοῦς πίστεως. Ἀρχαῖαι διατυπώσεις δύνανται νὰ εἶναι τελείως παραπλανη­τι­καί... Ὅπως εἶπεν ὁ ἅγιος Κυπριανός, “ἡ ἀρχαιότης ἄνευ ἀληθείας εἶναι ἀρχαι­ότης πλάνης”...»[11].

2). «Συνετέθη (αὐτὴ) περὶ τὰ τέλη τοῦ α´ αἰώνα»[12]. Ὅμως ὁ ἴδιος ὁ κ. Φ. εἰς τὴν Διατριβήν του ἔγραφε ὅτι, «ἡ Ἀναφορὰ χρονολογεῖται μεταξὺ β´ καὶ γ´ μ.Χ. αἰώνα»[13], ἐνῶ εἰς ἄλλην ἰδικήν του μελέτην περὶ αὐτῆς ἔγραφε: «Ἡ ἀπάντηση διαγράφεται μᾶλλον ἀρνητική, –τὸ νὰ χρονολογήσουμε, δη­λαδή, τὴν ἀναφορὰ αὐτὴ περὶ τὰ τέλη τοῦ α´ μ.Χ. αἰώνα–, ἂν καὶ ἡ Χαλ­δαϊ­κὴ Ἐκκλησία προσπαθεῖ νὰ ἀποδείξει τὸ ἀντίθετο... Πρὶν ἀπὸ τὸ 1966 ὑπῆρχαν μόνο ἕξι χειρόγραφα τῆς Ἀναφορᾶς: Δύο περὶ τὰ τέλη τοῦ 15ου - ἀρχὲς τοῦ 16ου μ.Χ. αἰώνα καὶ τέσσερα πρὸς τὸ τέλος τοῦ 16ου μ.Χ. αἰώνα... Ἑπο­μένως, ἐὰν ἡ Ἀναφορὰ Ἀδδαίου καὶ Μάριος εἶναι –ὅπως φαίνεται– ἀρχαιότατη, θὰ πρέπει νὰ ἀναφερόμαστε περισσότερο σὲ μία ἀρχικὴ προ­φορικὴ παράδοση καὶ λιγότερο σὲ ἕνα ἀρχικὸ κείμενο...»[14].

Κατόπιν τούτων ἐρωτῶ: 1). Ἆρά γε εἶναι ἐπιστημονικὴ ἡ ἀπάντησις ὅτι τὸ κείμενο τῆς λειτουργίας αὐτῆς εἶναι τοῦ α´ αἰῶνος[15], ἢ ἁπλῶς εἶναι ἕνας ἀτεκμηρίωτος πόθος τῶν αἱρετικῶν Χαλδαίων, προκειμένου νὰ πα­ρου­σιασθοῦν ὡς Ὀρθόδοξοι, μία χαλδαϊκὴ προσπάθεια ἐξαπατήσεως τῆς κοινῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν οἰκειοποιεῖται ὁ κ. Φ.;

2). Διατί ὁ κ. Φ. γράφει ὅτι «ἀδυνατεῖ νὰ ἐννοήσει πῶς μία Λειτουργία (ὡς αὐτὴ) τοῦ τέλους τοῦ α´ αἰώνα... ἀποτελεῖ “καρπὸ αἱρέσεως” τοῦ 5ου αἰώ­να»[16]; Ἐάν, σχετικῶς μὲ τὴν «ἀναφορὰ Ἀδδαίου καὶ Μάριος, ...θὰ πρέπει νὰ ἀναφερό­μαστε περισσότερο σὲ μία ἀρχικὴ προφορικὴ παράδοση καὶ λιγό­τερο σὲ ἕνα ἀρχικὸ κείμενο», δὲν εἶναι ἆρά γε λογικὸν ὅτι πρόκειται γιὰ μίαν λει­τουρ­­­γίαν, ἡ ὁποία διετηρήθη ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς προφορικῆς πα­ρα­δό­σεως ἐπὶ πέντε τοὐλάχιστον ὁλοκλήρους αἰῶνες, ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον, ἐντὸς τοῦ αἱρετικοῦ περιβάλλοντος τῶν Χαλδαίων καί, κατὰ συνέ­πειαν, ἀποτελεῖ γνήσιο καρπὸ τῆς αἱρέσεως αὐτῆς, ἀφοῦ μόνον «μὲ βάση χειρό­γρα­φα τοῦ 10ου-11ου αἰώνα ...ἀναχθήκαμε σὲ μία πρωταρχικὴ μορφὴ τῆς ἀναφορᾶς Ἀδδαίου καὶ Μάριος»[17]...

Σχετικῶς μὲ τὴν κοπτικὴ λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου, γράφει ὁ κ. Φ.: «Εἶναι εὐρέως γνωστὸ σήμερα ὅτι πρόκειται περὶ Λειτουργίας συγ­γρα­φείσης ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ Μ. Βασιλείου»[18].

Μήπως ὁ κ. Φ.: 1). Ἀγνοεῖ ὅτι ἡ ἐν λόγῳ κοπτικὴ λειτουργία εἶναι ἄγνω­στος εἰς τὰ κείμενα τῶν Οἰ­κου­μενικῶν Συνόδων καὶ ὅτι δὲν συγκαταλέγε­ται εἰς τὰ συμβολικὰ κείμε­να τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας;

2). Λησμονεῖ ὅτι ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα συνεχίζεται καί, αὐτὸ ποὺ σήμε­ρον θεωρεῖται βέβαιον, αὔριον χαρακτη­ρί­ζεται ὡς ἀνυπόστατον, ἐνῶ μεθ᾿ αὔριον γίνεται δεκτὴ μία ἄλλη ἐκδοχή;[19]

Β´. Γράφει ὁ κ. Φ. ὅτι, οἱ Πατέρες «συνέβαλαν στὴν ἐξέλιξη τῆς λει­­τουργίας ...ἐνῶ ἐπέφεραν στὰ κείμενα τῶν εὐχῶν πολλὲς καινοτομίες»[20]. Ἐξ ὅσων γνωρίζω, ἡ λέξις «καινοτομία» ἦταν ὕβρις κατὰ τῶν Πατέρων, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀπέκρουαν λέγοντες ὅτι, ἦσαν κατὰ πάντα «ἑπόμε­νοι τοῖς Ἁγίοις Πατράσι, ...ἐπακολουθοῦντες τῇ θεηγόρῳ διδασκαλίᾳ τῶν Ἁ­γίων Πατέρων (αὐτῶν) καὶ τῇ Παραδόσει τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας». Διὰ τοῦτο καὶ παρέθεταν εἰς τὰ κειμενά τους πλῆθος ἁγιογραφικῶν χωρίων καὶ μαρτυριῶν ἐκ τῶν προγενεστέρων τους Πατέρων, διὰ νὰ ἀποδείξουν ὅτι δὲν ἦσαν καινοτόμοι, μεταρρυθμισταὶ ἢ νεωτερισταί[21]. Μία ἁπλῆ ἀνάγνω­σις τῶν «Πρακτικῶν» τῶν Οἱκουμενικῶν Συνόδων ἠμπορεῖ νὰ πείσῃ κάθε ἕναν περὶ τούτου...

Ἐκτὸς ἂν ὁ κ. Φ., μὲ τὸν ἀδόκιμον ὅρον τῆς «καινοτομίας», θέλῃ νὰ εἰπῇ ὅτι, οἱ Ἅγιοι Πατέρες διώρθωναν τὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα ἐνεφανίζον­το εἰς τὴν πορείαν τοῦ χρόνου, ἐπανερμηνεύοντες ὀρθῶς ὅ,τι «ἄνωθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς» τοὺς παρεδόθη. Τοῦτο ἀσφαλῶς καὶ συνέβαινε, αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι καὶ ἡ μεγάλη προσφορὰ τῶν Πατέρων καὶ τῶν Συνόδων, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀδυνατῶ νὰ δεχθῶ πλήρως τὴν «βαθύτατη πεποίθηση (τοῦ κ. Φ.) ὅτι, ἡ χει­­ρόγραφη παράδοση τῶν Εὐχολογίων καὶ τῶν Τυπικῶν... εἶναι ὁ βασικό­τε­ρος πυλώνας στὴν ἔρευνα τῆς θείας Λατρείας...»[22].

Ἀντιθέτως, θεωρῶ ὅτι τὸ βασικώτερον κριτήριον εἰς τὴν ἔρευνα τῆς θείας λατρείας εἶναι ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Ἐνῶ ὁ «κανὼν τῆς λατρεί­ας», οἱ τυπικὲς διατάξεις τῶν χειρογράφων, οἱ «ρουμπρίκες» εἶναι ἀποδε­κτὲς μόνον ὅταν συμφωνοῦν μὲ τὴν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὸν «κα­νό­να τῆς πίστεως», διότι μόνον τότε αὐτὲς «δὲν ἀ­πο­τε­λοῦν πα­ρω­νυ­χί­δα, ἀλ­λ᾿ ἐκ­φρά­ζουν τὴν θε­ο­λο­γί­α τῆς λα­τρεί­ας»[23].

Διὰ τοῦτο καὶ σφάλλει ὁ κ. Φ. ὅταν γράφῃ ὅτι, κατὰ τὴν διδακτορι­κήν του Διατριβήν, δὲν ἀνεφέρθη εἰς «τὸ ἔργο τοῦ Καβάσιλα –πλὴν μιᾶς περιπτώσεως– διότι ὁ Καβάσιλας εἶναι ὁ θεολόγος τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἐνῶ ἄλλοι συγγραφεῖς (...) ἀσχολοῦνται περισσότερο μὲ τὴν ‘‘Τάξη” τῆς λειτουργίας, γι᾿ αὐτὸ καὶ παραπέμπει ἀρκετὲς φορὲς σὲ ἔργα τους»[24]. Ἀλλ᾿ ὅμως, γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιηθῇ ὁ ἱερὸς Καβάσιλας, ἐ­πει­δὴ ὡς εὐχαριστιακὸς θεολόγος ἔχει νὰ προσφέρῃ οὐσιαστικώτατες πα­ρα­τηρήσεις καὶ ἐπὶ τῆς τάξεως τῆς θείας Λατρείας, μάλιστα δὲ ἐπὶ τῆς μυ­στικῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν, δηλαδὴ τῆς ἀναγνώσεώς τους ὄχι εἰς ἐπή­κοον τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ μόνον τῶν συλλειτουργῶν[25]. Τὰ Τυπικὰ βοηθοῦν πολὺ εἰς τὴν ἔρευναν αὐτήν, ἐφ᾿ ὅσον ὅμως συμφωνοῦν μὲ τὴν θεολογίαν, δι᾿ αὐ­τὸ καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἀπολογούμενος περὶ τῶν ἱερῶν Μνη­­μοσύνων, προέβαλε μὲν τὰ «ἱερὰ τυπικὰ» τῶν μεγάλων κέντρων τῆς ὀρ­­θοδόξου λατρείας, ἔσπευσεν ὅμως νὰ ἀποδείξῃ ὅτι, οἱ τυπικὲς αὐτὲς δια­τάξεις εἶναι ἀπολύτως σύμφωνες καὶ ἐναρμονισμένες μὲ τὴν θεολογίαν τῶν Ἁγίων Πατέρων, καὶ προέκρινε τὴν συμφωνίαν, καὶ ὄχι τὴν καινοτο­μίαν[26].

Γ´. Περιέργως ὁ κ. Φ. μὲ κατηγορεῖ διὰ «γενικολογίες, (ποὺ) φρο­νεῖ ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑφίστανται σὲ εἰσήγηση ἐπιστημονικοῦ συνε­δρίου»[27], ὅταν ἀνέφερα ὅτι «κάποιοι ὑποστηρίζουν, γράφουν, κτλ.».

Ἐρωτῶ· Ἐνδιαφέρει κυρίως ἂν κάτι λέγεται, ἢ ὑπὸ ποίου αὐτὸ λέγεται; Καὶ ἐγὼ μὲν ὡμίλησα ἔτσι, ἐπειδὴ δὲν εἶχα πρόθεσιν νὰ συντάξω στηλο­γρα­φίαν ἢ νὰ θίξω προσωπικῶς κάποιον, ἀλλ᾿ ἐθεώρησα ἐπαρκὲς τὸ νὰ ἀναφερθῆ μόνον τὸ τί ὑποστηρίζεται, γράφεται, κτλ. Ἄν, ὅμως, ὁ κ. Φ. κρί­νῃ ὅτι, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἀναφέρωνται πάντοτε καὶ ὅλα τὰ ὀνόματα ὅ­σων ὑποστηρίζουν, λέγουν, κτλ. κάτι, τότε γιατί ὁ ἴδιος γράφει ὅτι «κά­ποιοι ἀπαξιοῦν τὴν ἱστορικὴ ἔρευνα...»[28] ; Γιατί δὲν τοὺς κατονομάζει; Γιατί καταφεύγει καὶ αὐτὸς σὲ «γενικολογίες»;

Δ´. Διερωτᾶται ὁ κ. Φ. «ἂν ἐννοῶ ὅτι, ἐὰν ὑπάρχουν “ἁγιογραφικὰ ἐρείσματα” περὶ τῆς εἰς ἐπήκοον ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν, πρέπει νὰ τὸ πα­ρακάμψουμε»[29]. Τοῦ ἀπαντῶ· Βεβαίως, ὄχι. Ἀλλ᾿ ἀσφαλῶς ἂν ὑπῆρχαν, θὰ εἶχαν ἐπισημανθῇ ὑπὸ τῶν Ἁγίων Πατέρων. Τὸν ἐρωτῶ, λοιπόν, καὶ ἐγώ· Νομίζει ὅτι, ἂν ὑπῆρχαν τέτοια χωρία, θὰ εἶχαν διαφύγει τῆς προσοχῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων;

Ὡς γνωστόν, ὁ Μ. Βασίλειος γράφει ὅτι ἡ εὐχὴ τῆς Ἀναφορᾶς εἶναι «ἐκ τῆς ἀ­δη­μο­σι­εύ­του καὶ ἀ­πορ­ρή­του δι­δα­σκα­λί­ας, ἣν ἐν ἀ­πο­λυ­πρα­γμο­νή­τῳ καὶ ἀ­πε­ρι­ερ­γά­στῳ σι­γῇ οἱ Πα­τέ­ρες ἡ­μῶν ἐ­φύ­λα­ξαν, κα­λῶς ἐ­κεῖ­νο δε­δι­δα­γμέ­νοι, τῶν μυ­στη­ρί­ων τὸ σε­μνὸν σι­ω­πῇ δι­α­σῴ­ζε­σθαι»[30]. Ὁ κ. Φ. περι­έργως ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ ἀνωτέρω φράσις, καὶ ἰδίως τὸ «σι­ω­πῇ δι­α­σῴ­ζε­σθαι», «ἀφορᾶ “στὰ ρήματα τῆς ἐπικλήσεως”, δηλαδὴ στὸ περιεχό­με­νο τῆς εὐχῆς τῆς ἐπικλήσεως καὶ ὄχι στὸν τρόπο ἀναγνώσεώς της... Ὁ Μ. Βα­σίλειος, δηλαδή, (κατὰ τὸν κ. Φ.), γράφει ὅτι ὅλα ὅσα λέμε στὴν εὐχὴ τῆς ἐπικλήσεως “ἔφθασαν ἕως τῶν ἡμερῶν μας κατὰ ἕνα τρόπο μυστικό”, καὶ δὲν γράφει ὅτι “ἀναγινώσκονται μυστικῶς”...»[31]. Ὅμως, δὲν μᾶς ἐξηγεῖ, ὁ κ. Φ., πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκούῃ μὲν ὁ λαὸς τὰ λόγια τῆς ἐπικλήσεως, ὄχι ὅμως καὶ τὸ περιεχόμενον τῆς εὐχῆς; Εἶναι δυνατὸν τὰ λόγια νὰ μὴ ταυτίζωνται μὲ τὸ περιεχόμενό τους;

Ἄλλως τε διατί καὶ ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος θὰ ἐπεκαλεῖτο αὐ­τὸ τὸ χωρίον τοῦ Μ. Βασιλείου, γράφων περὶ τῆς «ἀνεκφωνήτου» ἀναγνώ­σεως τῆς «ἐπικλήσεως»;[32] Εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ Παρίου, ὅμως, ὁ κ. Φ. ἔχει νὰ προσφέρῃ ἄλλην ἑρμηνείαν, καίτοι πρόκειται περὶ τοῦ αὐτοῦ χω­ρίου. Δέ­χε­ται μὲν ὅτι «ὁ ὅρος “ἀνεκφώνη­τος” εἶναι σαφής: ἡ εὐχὴ τῆς Ἐ­πι­κλήσεως κα­τὰ τὴν θεία Λειτουργία δὲν ἀνεπέμπετο “μεγαλοφώνως”», (ὀρ­θῶς· καὶ ἐδῶ θὰ ἠμποροῦσε νὰ εἶχε λυθῇ ἡ ὅλη διαφωνία), ἀλλὰ συνε­χίζει καὶ συγ­χέει τὸ θέμα, γράφων: «Αὐτό, ὅμως, δὲν συνεπάγεται ὅτι ἀν­επέμπετο “μυ­στικῶς”... τὸ ἀντίθετο τοῦ “ἐκφώνως”  δὲν εἶναι τὸ “μυστι­κῶς”... Ἡ Ἐπί­κληση δὲν ἀνεπέμπετο “ἐκφώνως”, ἀλλὰ κατὰ τρόπο, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν ἀπαιτεῖ ἰδιαίτερο καθορισμὸ –ὅπως τὸ “ἔκφωνον” ἢ τὸ “μυστι­κόν”...»[33].

Ἂν ἤθελε νὰ εἶναι συνεπὴς ὁ κ. Φ., θὰ ἔπρεπε νὰ δώσῃ τοὐλάχι­στον κάποια γνωρίσματα αὐτοῦ τοῦ ἄλλου τρόπου ἀναγνώσεως. Διότι εἶναι σα­φὲς ὅτι ὑπάρχουν: ἡ ἐκφώνησις, ἡ μυστικὴ ἀνάγνωσις, (δηλαδὴ οἱ «ὑπο­ψι­θυ­ριζόμεναι εὐχαί», κατὰ τὸν ἅγιον Γερμανὸν Κων/πόλεως[34], οἱ ὁ­ποῖες δὲν γίνονται ἀκουστὲς ἐκτὸς τοῦ ἱεροῦ Βήματος), καὶ ἡ πλήρης σιω­πή. Αὐ­τὴ ἡ «ἀκαθόριστος» ἀπαγγελία τί εἶναι; Προφανῶς ἕνα ἀνύπαρ­κτον σχῆμα, τὸ ὁποῖον ἐνεπνεύσθη ὁ κ. Φ., ὥστε νὰ διαφύγῃ τὸν σκόπελον...

Τόσον ὁ Μ. Βασίλειος, ὅσον καὶ ὁ Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, καίτοι εἶναι σαφέστατοι, ἐν τούτοις θὰ ἠμποροῦσαν νὰ ἑρμηνευθοῦν καὶ ἐν σχέ­σει πρὸς τοὺς συγχρόνους τους Ἁγίους. Ὁ μὲν Βασίλειος ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἐπίσης Καππαδόκην καὶ ἀδελφόν του, τὸν ἅγιον Γρηγόριον τὸν Νύσσης, ὁ δὲ Ἀθανάσιος ἐν σχέσει πρὸς τὸν σύγχρονον καὶ ὁμόφρονά του «Κολλυ­βᾶ», τὸν ἅγιον Νικόδημον τὸν Ἁγιορείτην. Ὅμως, τόσον ὁ Νύσσης, ὅσον καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὁμιλοῦν περὶ μυστικῆς ἀναγνώσεως εὐχῶν.

Διότι, τὸ πε­ρὶ «μυ­στι­κῆς ἐ­πι­τε­λου­μέ­νης εὐ­χῆς» τοῦ ἁγίου Γρη­γορίου Νύσσης ἐνισχύει τὴν φράσιν τοῦ Μ. Βασιλείου περὶ «τῶν μυ­στη­ρί­ων τὸ σε­­μνὸν σι­ω­πῇ δι­α­σῴ­ζε­σθαι», ἐνῶ ἡ διδασκαλία τοῦ Πα­ρίου περὶ «τὰς ἀ­ν­εκ­φω­νή­τους ἐ­πι­κλή­σεις εἰς τὴν με­του­σί­ω­σιν τοῦ ἄρ­του καὶ τοῦ οἴ­νου» ἐνι­σχύεται οὐσιωδῶς ἀπὸ τὴν σταθερὰν θέσιν τοῦ ἁγίου Νι­κο­δήμου τοῦ Ἁ­γιο­ρείτου ὅτι, «“τὰς δὲ τε­λε­στι­κὰς ἐ­πι­κλή­σεις οὐ θε­μι­τὸν ἐν γρα­φαῖς ἀ­φερ­μη­νεύ­ειν, οὔ­τε τὸ μυ­στι­κὸν αὐ­τῶν... ἐκ τοῦ κρυ­φί­ου πρὸς τὸ κοι­νὸν ἐ­ξά­γειν, ἀλ­λ᾿ ὡς ἡ καθ᾿ ἡ­μᾶς ἱ­ε­ρὰ πα­ρά­δο­σις ἔ­χει, ταῖς ἀ­νεκ­πο­μ­πεύ­­τοις μυ­ή­σε­σιν αὐ­τὰς ἐ­κμα­θών”. Ὅ­θεν καὶ ἡ πρᾶ­ξις τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας ἀεί­πο­τε μυ­στι­κῶς, καὶ οὐ­χὶ ἐκ­φώ­νως, ὡς τὰ Κυ­ρι­α­κὰ λό­γι­α, ἀ­να­γι­νώ­σκου­σα τὰς εὐ­χὰς ταύ­τας, τὴν σε­σι­ω­πη­μέ­νην καὶ ἄ­γρα­φον καὶ μυ­στι­κὴν ταύ­την πα­ρά­δο­σιν αἰ­νίτ­τε­ται»[35].

Προφανῶς ἡ «ἀείποτε (αὐτὴ) πρᾶξις τῆς Ἐκκλησίας» συνιστᾶ «θε­σμο­θεσίαν» Αὐτῆς, περὶ τῆς ὁποίας ἀσφαλῶς ἰσχύει ὅ,τι σχετικῶς γράφει ὁ ἅ­γι­ος Θε­ό­δω­ρος ὁ Στου­δί­της, διὰ τὴν «ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κὴν νο­μο­θε­σί­αν», τὸ «πα­τρο­πα­ρά­δο­τον σέ­βας» καὶ τὸ «κε­κρα­τη­κὸς ἔ­θος ἀπ᾿ ἀρ­χῆς μέ­χρι τοῦ δεῦ­ρο», ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ τὸ ὁ­ποῖ­ον «πα­ρε­λά­βο­μεν ἐξ αὐ­τῶν τῶν Ἀ­πο­στό­λων μέ­χρι τοῦ δεῦ­ρο»[36].

Ε´. Παραδόξως ὁ κ. Φ. διερωτᾶται, πῶς εἶναι δυνατὸν μία Σύνοδος νὰ θεσπίζῃ κάτι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἤδη Ἀποστολικὴ παράδοσις καὶ κρατοῦσα τάξις;[37] Καὶ ἐγώ, μὲ τήν σειρά μου, διερωτῶμαι· Ἆρά γε, ὁ κ. Φ. ἄκουσε ποτέ, κάποιαν Σύνοδον νὰ θεσπίζῃ, ἐπικυροῖ, θεσμοθετῇ ἢ διατυπώνῃ κάτι, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ ἤδη βίωμα, ἔθος, παράδοσιν ἢ τάξιν τῆς Ἐκκλη­σίας; Ὡς γνωστόν, οἱ Πατέρες δὲν ἦσαν καινοτόμοι· μόνον ὁ Ἰουστινιανὸς (θεσπίζων, διὰ τῆς ρλζ´ «Νεαρᾶς» του, τὴν εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ ἀπαγγε­λίαν τῶν εὐχῶν), ἦταν καινοτόμος, ὅπως γράφουν διάφοροι μελετητές, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει καὶ ὁ κ. Φ.[38].

ΣΤ´. Ὁ κ. Φ. πιστεύει ὅτι ἐκ τῶν συναφῶν ἐκφράσεων, οἱ ὁποῖες πε­ριέ­χον­ται εἰς τὰ χειρόγραφα Εὐχολόγια, δυνάμεθα σήμερα νὰ χρησιμο­ποιή­σω­με τὸν ὅρον «χαμηλοφώνως» εἰς τὶς ρουμπρίκες τῶν «Ἱερατικῶν»[39]. Ἐρωτῶ· Τί ἐννοεῖ ὑπὸ τὸν ὅρον «χαμηλοφώνως»;

Διότι ὁ ὅρος αὐτὸς συνιστᾶ νεωτερι­σμὸν εἰς τὶς ρουμ­­πρίκες τῶν συγχρό­νων Ἱερατικῶν, ἐμφανισθεὶς μόλις πρὸ 30 περί­που ἐτῶν εἰς τὶς ἐκ­δόσεις τῶν λειτουρ­γικῶν φυλλάδων. Θὰ ἠμποροῦσε ἴσως νὰ χρησιμο­ποι­ηθῇ, ἐὰν ὅ­μως πρῶ­τα καθωρίζετο ἀκριβῶς τὸ νόημά του. Ἂν δηλαδὴ διε­σα­φηνίζετο ὅτι ὁ ὅρος αὐτὸς ἀπευθύνεται πρὸς τὸν λειτουργόν, καὶ ὄχι πρὸς τοὺς λαϊ­κούς· ἂν διεσαφηνίζετο ὅτι ταυτίζεται πρὸς τὸν ὅρον «μυστι­κῶς», δηλαδὴ πρὸς τὴν «ὑποψιθυριζομένην» ἀνάγνω­σιν, τὴν εἰς ἐπήκοον μό­­νον τῶν συλ­λει­τουρ­γῶν –«ὅσον ἀκούειν τοὺς συμπαρόντας συλλειτουρ­γούς»–, καὶ ὄχι τὴν εἰς ἐπήκοον καὶ τῶν λαϊκῶν, ἔστω καὶ εἰς τόνον χαμη­λόν, διὰ τῆς χρή­σεως μικροφωνικῶν ἐγκαταστάσεων, κτλ.

Κάτι τὸ ὁποῖον γενικῶς ἐδέχετο καὶ ὁ ἴδιος ὁ κ. Φ. εἰς τὴν Διατρι­βήν του, ὅταν ἔγραφε ὅτι αὐτὲς οἱ ἐκφράσεις τῶν χρφ. Εὐχολογίων, ὡς λ.χ. «λεπτῇ φωνῇ ὅσον ἀκούειν μόνον τοὺς συμπα­ρόν­τας συλλειτουργούς, πράᾳ καὶ ἱλα­ρᾷ τῇ φωνῇ, λέγει καθ᾿ ἑαυτὸν μέσῃ φωνῇ, καθ᾿ ἑαυτὸν ᾄδει ἡσύ­χως, κτλ», ἀναφέρονται «στὴν χα­μηλόφωνη ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν, οἱ ὁποῖες ἀνα­γινώσκονται εἰς ἐπήκοον μόνο τῶν συλλειτουργούντων καὶ ὄχι τοῦ λαοῦ»[40].

Διότι, «ὁ ἱερεύς», ἀναγινώσκων τὶς εὐχές, δὲν κάμνει κήρυγμα, ἀλ­­λὰ «συ­ντυ­χαί­νει μὲ αὐ­τὸν τὸν Χρι­στὸν στό­μα μὲ στό­μα, ὡ­σὰν νὰ συ­ντυ­χαί­νῃ ἕ­νας ἄ­δο­λος καὶ πολ­λὰ ἠ­γα­πη­μέ­νος φί­λος μὲ κα­νέ­να του φί­λον. Καί, κα­θὼς ὅ­ταν ἔ­χῃ θάρ­ρος καὶ ἄ­κραν φι­λί­αν μὲ κά­ποι­ον μέ­γα ἄν­θρω­πον πη­γαί­νει κο­ντά του καὶ τοῦ συ­ντυ­χαί­νει τὸν λό­γον μυ­στι­κά, τοι­ου­το­τρό­πως καὶ ὁ ἱ­ε­ρεύς, ἔ­χο­ντας θάρ­ρος εἰς τὸν Χρι­στὸν δι­ὰ τὴν χά­ριν καὶ τὴν ἀ­ξί­αν τῆς ἱ­ε­ρω­­σύ­νης, σι­μώ­νει εἰς αὐ­τὸν καὶ τοῦ συ­ντυ­χαί­νει ὅ­λα του τὰ μυ­στι­κὰ μὲ μυ­στι­κὴν ὁ­μι­λί­αν, ἤ­γουν μὲ πολ­λὰ προ­σε­κτι­κήν, ἥ­συ­χον καὶ με­τρί­αν φω­νήν»[41].

Ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς «ὑποψιθυριζομένης» ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν εὑ­ρίσκεται εἰς πλήρη συνάρτησιν πρὸς τὴν «ὑποκεκυφυῖαν» στάσιν τοῦ σώ­μα­τος τοῦ λειτουργοῦ. Δι᾿ αὐτὸ συχνά, καὶ μόνον ἡ ἔνδειξις περὶ τῆς στά­σεως τοῦ σώματος τοῦ ἱερέως, συνυπονοεῖ καὶ τὸν μυστικὸν τρόπον τῆς ἀναγνώσεως τῆς εὐχῆς[42]. Κάτι, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει μὲν καὶ ὁ κ. Φ. εἰς τὴν Διατριβήν του[43], ἀλλ᾿ ἀμφισβητεῖ, ὅταν ἀσκῇ κριτικὴν ἐπὶ τῆς εἰσηγή­σεώς μου[44].

Διερωτῶμαι· Ὑπ᾿ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις, πῶς θὰ γίνῃ «γόνι­μος διάλογος»;

Ζ´. Ὁ κ. Φ. τονίζει μετ᾿ ἐμφάσεως ὅτι εἰς κάποιο σημεῖον ἡ ἄποψίς μου συμπίπτει μὲ ἐκείνην ὁρισμένων Ρωμαιοκαθολικῶν[45]. Διερωτῶμαι· Ἆρά γε, ὅταν ὁ κ. Φ., ἀνὰ πᾶν βῆμα τῆς Διατριβῆς του, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐν λόγῳ κριτικῆς του, ἐπικαλῆται τὶς μαρτυρίες διαφόρων Ρωμαιο­καθολι­κῶν λειτουργιολόγων, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ ἀπαγγε­λίαν τῶν εὐχῶν, τότε δὲν συμβαίνει τίποτε; ...

Εἰς ἄλλο σημεῖον ὁ κ. Φ. ἐκφράζει τὴν λύπην του, διότι ἔπεσα εἰς τὸ ἀτόπημα, νὰ μὴ χρησιμοποιήσω τὸ λατινικὸν πρωτότυπον κείμενον τοῦ Ἱπ­πολύτου Ρώμης, ἀλλὰ τὴν μετά­φρασίν του[46]. Τοῦ ἀπαντῶ· ἐπειδὴ εἶδα ὅτι εἰς τὴν διδακτορικὴν Διατριβήν του, ὁ κ. Φ., ἀναφερόμενος συχνὰ εἰς τὶς συροχαλδαϊκὲς καὶ κοπτικὲς λειτουργίες, παραπέμπει μονίμως εἰς τὶς εὐ­ρω­παϊκὲς μεταφράσεις τους ἀλλ᾿ οὐδέποτε εἰς τὰ πρωτότυπα κείμενά τους, ἐνόμισα ὅτι δὲν θὰ ἦταν τόσον βαρὺ τὸ παράπτωμά μου. Ὑπέθεσα ὅτι, ἐφ᾿ ὅσον ἔγινε δεκτὴ ἡ ἀντιδεοντολογικὴ «δοκὸς» τόσων παραπομπῶν ἑνὸς δι­δα­κτορικοῦ, δὲν θὰ ἐνοχλοῦσε τὸ «κάρφος» τῆς μοναδικῆς ἀντι­δε­ον­­τολογι­κῆς παραπομπῆς μιᾶς εἰσηγήσεως. Καὶ ἂν μὲν ἐγὼ ἐβασίσθην ὄχι εἰς τὸ πρωτότυπον κείμενον ἀλλ᾿ εἰς μίαν μετάφρασίν του, τῆς ὁποίας ἐν τούτοις ἠμπορεῖ εὐκόλως νὰ ἐλεγχθῇ ἡ ἀκρίβεια, πῶς ἆρά γε ἡμπορεῖ νὰ ἐλεγ­χθῇ ἡ ἀκρί­βεια τῶν εὐρωπαϊκῶν μεταφράσεων τῶν ἀνατολικῶν κειμένων, τὶς ὁποῖες παραθέτει ὁ κ. Φ. εἰς τὴν Διατριβήν του;

Εἰς ἄλλο σημεῖον ὁ κ. Φ. μὲ μέμφεται, ἐπειδὴ ἐχρησιμοποίησα κά­που τὴν ἀντιεπιστημονικὴν φράσιν «πολὺ πιὸ πειστικό». Διότι «στὴν ἔρευ­να», γράφει, «δὲν ὑπάρχει φράση “πολὺ πιὸ πειστικό”, ὅταν δὲν συνοδεύ­εται ἀπὸ τὴν ἐλάχιστη ἔστω αἰτιολογία»[47]. Ἐρωτῶ· Ὅταν ὁ κ. Φ. εἰς τὰ γρα­πτά του χρησιμοποιεῖ τὶς φράσεις: «πιθανώτερη...»[48], «δὲν κατανοῶ, δὲν ἀντιλαμβάνομαι, δὲν ἐννοῶ...»[49], τότε ἆρά γε φανερώνει τὴν –ὀφειλο­μένην καὶ λόγῳ θέσεως– ἐπιστημονικήν του συνέπειαν;

Ἀλλοῦ σημειώνει ὁ κ. Φ.: Ἆρά γε, «ὁ Ἰουστῖνος... θὰ χρη­σιμοποιοῦ­σε ποτὲ τὴ λέξη “λόγος”  γιὰ νὰ δηλώσει μία μυστικὴ εὐχή; “Λόγια” εἶναι, προφανῶς, αὐτὰ “ποὺ λέγονται” καὶ ὄχι αὐτὰ “ποὺ δὲν λέγονται”...»[50]. Διε­­ρωτῶμαι· Ὅταν οἱ εὐχὲς λέγωνται «μυστικῶς», δηλαδὴ «ὑπο­ψιθυριζό­με­ναι» ὑπὸ τοῦ ἱερέως, τότε δὲν λέγονται; Εἶναι λοιπὸν σοβαρόν, εἶναι λο­γικὸν τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ τοῦ κ. Φ.; Ὅταν ἀκόμη καὶ ὁ «ἐνδιά­θετος» εἶναι λόγος ἀληθής, ὁ «ὑποψιθυριζόμενος» δὲν εἶναι;

Ἰδιαιτέραν ἐντύπωσιν μοῦ προεκάλεσε ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Φ., ὅτι, «ὡς ἐρευνητὴς τῶν θεμάτων αὐτῶν, οὐδέποτε ἔχει συναντήσει τέτοια ἑρ­μη­­νεία τοῦ χωρίου (Α´ Κορ. ιδ´, 16-17)[51] ἀπὸ μελετητές, ὅπως διατείνεται ὁ π. Ν., (δηλ. ἐγώ)»[52]. Διερωτῶμαι· Ἆρά γε ὁ κ. Φ. ἀγνοεῖ κάτι, τὸ ὁποῖον κοινῶς ὑποστηρίζεται; Μήπως ἐλησμόνησε ὅ,τι ἔγραφε εἰς τὴν Διατριβήν του;[53] Ἢ μήπως δὲν ἀνέγνωσε τὰ βιβλία ἤ τὰ ἄρ­θρα, (ὡς λ.χ. τό: «L audi­tion de l anaphore eucharistique par le peu­ple-Ἡ ἀ­κρό­α­σις τῆς εὐ­χα­ρι­στι­α­κῆς ἀ­να­φο­ρᾶς ὑ­πὸ τοῦ λα­οῦ»), εἰς τὰ ὁποῖα παρα­πέμ­πει;[54] Ἐπὶ τέ­λους, μήπως ἐλησμόνησε καὶ αὐτὴν τὴν «ρλζ´ Νεαρὰν» τοῦ Ἰουστινια­νοῦ, τὴν ὁποίαν ἐκτενῶς σχολιάζει;[55]

Ἐπίσης, τὸν κ. Φ. «δυσκολεύει ὁ ὅρος “ἐργαστήριο”»[56], τὸν ὁποῖον ἀναφέρω εἰς τὴν εἰσήγησίν μου[57]. Ἆρά γε ἔχουν διαγραφῇ ἀπὸ τὴν μνήμην του τὰ «θεολογικὰ ἐργαστήρια», εἰς τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὸς ἔχει λάβει κατὰ και­ροὺς μέρος;[58]

Κατόπιν τούτων διερωτῶμαι· Ὑπ᾿ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις, εἶναι δυ­να­τὸν νὰ προκληθῇ ἕνας «γόνιμος διάλογος»;

Η´. Ὁ κ. Φ. «μὲ παρακαλεῖ νὰ μελετήσω» τὴν Δια­τριβήν του, «–σσ. 93-128–, γιὰ νὰ διαπιστώσω ὅτι οὐδεμία ἀναφορὰ γίνεται στὸ Βαρ­βε­ρι­νὸ Εὐχολόγιο 336 –τέλος 8ου αἰώνα– περὶ μυστικοῦ τρόπου ἀναγνώσεως τῶν “εὐχῶν τῆς Ἀναφορᾶς”, –ὅπως διατείνομαι ἐγώ. Τὸ Βαρβε­ρινὸ ἑλλη­νικὸ Εὐχολόγιο 336», λέγει, «μαρτυρεῖ πε­ρὶ μυστικοῦ τρόπου ἀνα­γνώσεως ἄλλων εὐχῶν, πλὴν τῆς Ἀναφορᾶς...»[59].

Ἐμελέτησα πάλιν προσεκτικότερα τὶς σχετικὲς σελίδες καὶ μετ᾿ ἐκ­πλήξε­ως διεπίστωσα τὴν λήθην τοῦ κ. Φ., ἑκουσίαν ἢ ἀκουσίαν δὲν γνω­ρί­ζω, ἐπὶ τοῦ θέματος... Γράφει, λοιπόν, ἐκεῖ: «Γ´... 1.1.3.2. Στὴν περί­πτωση αὐτή, ἡ εὐ­χὴ ὁρίζεται μὲν ὡς ἀναγινωσκόμενη μυστικῶς, ἀλλὰ τὸ τελευ­ταῖο τμῆμα της –ὁ ἐπίλογος ἢ ἡ δοξολογικὴ κατακλείδα– ὁρίζεται ὡς ἔκ­φω­νο. Στὴν κα­τηγορία αὐτὴ ἐντάσσονται οἱ εὐχές: ...Στὴν θεία Λει­τουρ­γία τοῦ Ἱ. Χρυ­σοστόμου... (ἡ β´ εὐχὴ τῆς Ἀναφορᾶς) “Μετὰ τούτων καὶ ἡμεῖς τῶν μα­κα­ρίων δυνά­με­ων...” (κατὰ τὸ χρφ. Εὐχολόγιο) Β 336, (φ.) 59-61, ...(ἡ εὐχὴ τῆς Ἀναμνήσεως) “Μεμνημένοι τοίνυν τῆς σωτηρίου ταύ­της...” (κατὰ τὸ χρφ. Εὐχολόγιο) Β 336, (φ.) 61-62...»[60].

Ἐρωτῶ, λοιπόν· Διατί ὁ κ. Φ. προσπαθεῖ νὰ ἐπισκιάσῃ τὴν ἀλήθει­αν, φάσκων καὶ ἀντιφάσκων;

Εἰς ἄλλο μάλιστα σημεῖον ἀναφέρει: «Δ´... 2.1. Στὴν κατηγορία αὐ­τή, δὲν ὑπάρχει μὲν στὴν ἀρχὴ τῆς εὐχῆς κάποια τυπικὴ διάταξη περὶ τοῦ τρόπου ἀναγνώσεώς της, πρὶν ὅμως ἀπὸ τὸν ἐπίλογο ὑπάρχει ἔνδειξη ἐκ­φω­νήσεως. Οἱ εὐχὲς αὐτὲς εἶναι οἱ ἀκόλουθες: Στὴν θεία Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου, ...οἱ α´ [(κατὰ τὸ χρφ. Εὐχολόγιο) Β 336, (φ.) 3-4] καὶ β´ [(κατὰ τὸ χρφ. Εὐχολόγιο) Β 336, (φ.) 4-5] τῆς ἀγίας Ἀναφορᾶς, τῆς Ἀ­ναμνήσεως [(κατὰ τὸ χρφ. Εὐχολόγιο) Β 336, (φ.) 5], τῆς Ἐπικλήσεως [(κα­τὰ τὸ χρφ. Εὐχολόγιο) Β 336, (φ.) 6-8]...»[61].

Ἀπορίας ἄξιον εἶναι τὸ πῶς, διὰ τὶς τελευταῖες αὐτὲς εὐχές, οἱ ὁποῖ­ες φέρουν «ἔνδειξη περὶ ἐκφωνήσεως (μόνον) τοῦ ἐπιλόγου (τους)», ὁ κ. Φ. βασιζόμε­νος ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τὴν ἀπουσίαν σχετικῆς ρουμ­πρί­κας, κα­τα­λήγει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι, «ὁ τρόπος ἀναγνώσεώς τους θὰ πρέπει νὰ τοποθε­τη­θεῖ μεταξὺ ἐκφωνήσεως καὶ μυστικῆς ἀναγνώσεως, ...χαμη­λο­φώ­νως ἢ μὲ ἤπια φωνή...»[62].

Παρὰ ταῦτα, εἶναι ποτὲ δυνατὸν ἡ χαμηλόφωνος αὐτὴ ἀνά­γνωσις, βεβαίως ἄνευ τῆς χρήσε­ως μικροφώνων, (τὰ ὁποῖα, διὰ τῶν μεγα­φώ­νων, τὴν καταργοῦν μεταβάλ­λον­τάς την εἰς μεγαλόφωνον), νὰ γίνῃ ἀκου­στὴ ὑπὸ τοῦ λαοῦ; Καὶ κατὰ συνέπειαν, ἡ χαμηλόφωνος αὐτὴ ἀνάγνωσις εἰς τί δια­φέρει τῆς «ὑπο­ψιθυριζομένης»; Ὡς γνωστόν, τὸ ρ. ψιθυρίζω σημαίνει: «ὁμι­λῶ χαμηλοφώνως, μουρ­μουρίζω, λέγω ὅ,τι δὲν τολμῶ νὰ εἴπω μεγαλοφώ­νως, κτλ», ἐνῶ ὑποψι­θυ­ρίζω: «ἀνεπαισθήτως καὶ ἠρέμα ψιθυρίζω». Ὥστε τὸ ὑποψιθύρι­σμα, δη­λα­δὴ «τὸ ἀνεπαίσθητον ψιθύρισμα, ὁ μόλις ἀκουόμενος ψίθυρος»[63], εἶναι παντελῶς ἀδύνα­τον νὰ γίνῃ ἀκουστὸς ὑπὸ τοῦ λαοῦ.

Ἐρωτῶ, λοιπόν· Αὐτὸς ὁ ὑποψι­θυ­ρισμὸς εἰς τί διαφέρει τῆς «μυστι­κῆς» ἀναγνώσεως, δηλαδὴ τῆς εἰς ἐπή­κοον μόνον τῶν συλλειτουργῶν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας;

Θ´. Γνωρίζω, βεβαίως, τὶς θέσεις τῆς ἐπιστήμης περὶ τῶν Ἀρεοπαγι­τικῶν κειμένων, ἀλλ᾿ ἐπροτίμησα τὴν συνείδησιν τῆς Ἐκκλησίας, τὸν κανό­να τῆς διδασκαλίας της, πρὸς τὸν ὁποῖον εἶναι πλήρως ἐναρ­μο­­νι­σμένος ὁ ἀσματικὸς Κανών, ὁ ὁποῖος ψάλλεται κατ᾿ ἔτος τὴν ἡμέραν τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, (γ´ Ὀκτωβρίου)[64].

Ι´. Ὡς ἤδη ἀνέφερα, διαφωνῶ μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Φ. ὅτι, κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς διδακτορικῆς του Διατριβῆς δὲν ἔλαβεν ὑπ᾿ ὄψιν του «τὸ ἔργο τοῦ Καβάσιλα (“Εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν”), διότι ὁ Καβάσιλας εἶ­ναι ὁ θεολόγος τῆς θείας Εὐχαριστίας»[65]. Ἀδυνατῶ νὰ δεχθῶ ὅτι δὲν ἐχρη­σιμοποίησε τὸν ἱερὸν Καβάσιλαν, ἐπειδὴ «δὲν μελέτησε τὸ θέμα τοῦ τρό­που ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν στοὺς βυζαντινοὺς συγγραφεῖς μετὰ τὸν 8ο αἰ­ώ­να...»[66], ὡς ἂν ἡ βιβλιογραφία, ἑλληνικὴ καὶ ξενόγλωσσος, τὴν ὁποίαν ἔλα­βεν ὑπ᾿ ὄψιν του ὁ κ. Φ., ἀνήκῃ εἰς τὴν πρὸ τοῦ η´ αἰῶνος γραμματείαν...

Ὁ κ. Φ., ἂν καὶ «ἐξεπόνησε εἰδικὴ μονογραφία περὶ τῆς “Ἑρμη­νεί­ας τῆς θείας Λειτουργίας”», περιέργως ζητεῖ ἀπὸ ἐμὲ «νὰ τοῦ ὑποδείξω κά­­ποια ἄποψη τοῦ Καβάσιλα, ἡ ὁποία θὰ μποροῦσε νὰ παρατεθεῖ ὡς σχο­λιασμὸς τῶν τυπικῶν διατάξεων στὰ χειρόγραφα Εὐχολόγια»[67]. Τοῦ ἀπαν­τῶ· Νὰ μελετήσῃ προσεκτικώτερα τὴν εἰσήγησίν μου[68], γιὰ νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν μνήμην του ὅ,τι ἐλησμόνησε ἀπὸ τότε, ποὺ ἔγραφε τὴν μονογρα­φί­αν του. Νὰ ἀναλογισθῇ τὶς «διατυπώσεις τῶν τυπικῶν διατάξεων τῶν χρφ. Εὐχολογίων, ποὺ σαφῶς ὁρίζουν τὴν μυστικὴ ἀνάγνωση μιᾶς εὐχῆς»[69].

Ἔτσι θὰ ἐνθυμηθῇ ὅτι, ὁ ἱε­ρὸς πατήρ, ὡς «ὁ θεολόγος τῆς θείας Εὐ­χα­ριστίας», ἀσχο­λεῖται εὐρύτατα μὲ ὁλόκληρον τὴν τάξιν τῆς Λειτουργίας, περισσότερον μάλιστα ἀπὸ τοὺς ὁμόφρονές του, τοὺς ἁγίους Συμεὼν Θεσ­σαλονίκης καὶ Φιλόθεον τὸν Κόκ­κι­νον. Θὰ ἐνθυμηθῇ ὅτι, ὁ ἱερὸς Καβά­σι­λας λεπτομε­ρῶς ἀναφέρεται συνεχῶς εἰς τὸν τρόπον ἀναγνώσεως τῶν εὐ­χῶν, τὴν τυπι­κὴν διάταξιν ἀνα­γνώσεως τῶν εὐχῶν παραλλήλως πρὸς μίαν πλουσίαν θεολογικὴν ἑρμη­νεί­αν τῆς τάξεώς της. Θὰ διαπιστώσῃ ὅτι, ὁ μέ­γας αὐτὸς θεολόγος τῆς θείας Εὐχαριστίας, σαφῶς καὶ ἀπεριφράστως ἐπα­ναλαμβάνει συνεχῶς ὅτι, ὅλες οἱ εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας ἀναγινώ­σκονται «μυ­στικῶς», ἐνῶ ὁ λαὸς ἀκούει μόνον τὴν δοξολογικὴν κατά­ληξίν τους, δηλαδὴ τὴν «ἐκφώνησιν»[70].

 


 

[1] Νικοδήμου Μπαρούση ἀρχιμ.: «Ἡ ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας». (Εἰσήγησις πραγματοποιηθεῖσα εἰς τὰ πλαίσια τοῦ Α´ Λει­τουρ­γι­κοῦ Συ­νε­δρίου τῆς «Ἑ­ται­ρεί­ας Ὀρ­θο­δό­ξων Σπου­δῶν» μὲ θέμα: «Τὸ με­γα­λεῖ­ο τῆς θεί­ας Λα­τρεί­ας. (Πα­ρά­δο­σις ἢ ἀ­να­νέ­ω­σις;)», ἐν Θεσ­σα­λο­νί­κῃ τῇ 27 Φε­βρ.-1 Μαρ­τ. 2002, καὶ δημοσιευθεῖσα εἰς τὰ «Πρακτικὰ» τοῦ Συνε­δρίου, ἐν περιοδ. «Θεοδρομία», ἔτ. Δ´, τ. 1-3, Ἰαν.-Σεπτ. 2002, Θεσσ/κη, σ. 156-200).

[2] Φίλια Ν. Γ.: «Ὁ τρόπος ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λατρείας. (Με ἀφορμὴ μία εἰσήγηση)», ἐν περιοδ. «Θεολογία», τόμ. 74, τεῦχ. 1, Ἰαν.-Ἰούν. 2003, Ἀθῆναι, σ. 113-151.

[3] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔνθ᾿ ἀνωτ., σ. 150.

[4] Πρβλ. Διδακτορικὴν Διατριβὴν τοῦ κ. Γ. Ν. Φίλια: «Ὁ τρόπος ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν στὴν λατρεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κατὰ τὰ χειρόγραφα εὐχολόγια η´-ιδ´ αἰώνων», ἔκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι 1997.

[5] Νικοδήμου, ἐν «Θεοδρομία», ἔ.ἀ., σ. 156.

[6] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 115.

[7] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 117, 144, 147.

[8] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 151.

[9] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 151.

[10] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 115.

[11] Φλωρόφσκυ Γ. πρωτ., «Τὸ Σῶμα τοῦ ζῶντος Χριστοῦ», ἔκδ. «Πατριαρχικοῦ Ἱδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν», Θεσσαλονίκη 1972, σ. 106.

[12] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 114.

[13] Φίλια, ἐν Διατριβῇ, ἔ.ἀ., σ. 37.

[14] Φίλια Γ., «Ἡ Συροχαλδαϊκὴ Ἀναφορὰ Ἀδδαίου καὶ Μάριος», ἐν περιοδ. «Σύναξη», τ. 30, Ἀπρ.-Ἰούν. 1989, Ἀθῆναι, σ. 37-39.

[15] Πρβλ. Φίλια Γ., ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 114-115.

[16] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 115.

[17] Φίλια, ἐν «Σύναξη», ἔ.ἀ., σ. 38.

[18] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 115.

[19] Πρβλ., μεταξὺ τόσων παραδειγμάτων, τὴν ἰδιαιτέρως γνωστὴν εἰς τὸν κ. Φ. περίπτωσιν, κα­τὰ τὴν ὁποίαν, «ἡ κρατήσασα γιὰ πολλὰ χρόνια ἄποψη ὅτι ὁ πάπυρος Der-Balizeh χρονολο­γεῖ­ται τὸν δ´ αἰώνα, ἀνατράπηκε... (καί), σύμφωνα μὲ τὰ νεότερα δεδομένα, χρονολογεῖται στὰ τέλη τοῦ ς´- ἀρχές τοῦ ζ´ αἰώνα». (Φίλια, ἐν Διατριβῇ, ἔ.ἀ., σ. 75, 58).

[20] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 116.

[21] Πρβλ. τὴν προσπάθειαν τοῦ ἁγιου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ νὰ ἀποδείξῃ πὼς ὅ,τι ἔγραφε «ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων» ἦταν ἀπολύτως σύμφωνον πρὸς τοὺς παλαιοὺς Πατέρες.

[22] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 116.

[23] Νικοδήμου, ἐν «Θεοδρομία», ἔ.ἀ., σ. 156 - Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 114.

[24] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 143.

[25] Πρβλ. Νικοδήμου, ἐν «Θεοδρομία», ἔ.ἀ., σ. 185-191.

[26] Πρβλ. Ἁ­γί­ου Νι­κο­δή­μου Ἁ­γι­ο­ρεί­του: «Ὁ­μο­λο­γί­α Πί­στε­ως», ἐν Βε­νε­τί­ᾳ 1819, (δημοσιευθεῖσα καὶ ὑπὸ Π. Πά­σχου, «Ἐν ἀ­σκή­σει καὶ μαρ­τυ­ρί­ῳ», ἔκ­δ. «Ἁρ­μοῦ», Ἀ­θῆ­ναι 1996, σ. 105-181).

[27] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 117.

[28] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 150.

[29] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 117.

[30] «Πε­ρὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος», κ­ζ´ - ΒΕ­ΠΕΣ 52, 287 - Νικοδήμου, ἐν «Θεοδρομία», ἔ.ἀ., σ. 166.

[31] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 117-118.

[32] Νικοδήμου, ἐν «Θεοδρομία», ἔ.ἀ., σ. 197.

[33] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 148.

[34] Νικοδήμου, ἐν «Θεοδρομία», ἔ.ἀ., σ. 180.

[35] Νικοδήμου, ἐν «Θεοδρομία», ἔ.ἀ., σ. 167, 197-200.

[36] Νικοδήμου, ἐν «Θεοδρομία», ἔ.ἀ., σ. 196.

[37] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 136.

[38] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 136.

[39] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 136.

[40] Φίλια, ἐν Διατριβῇ, ἔ.ἀ., σ. 111.

[41] «Λό­γος πε­ρὶ Ἱ­ε­ρω­σύ­νης, ἀ­νω­νύ­μου τι­νὸς καὶ εὐ­λο­γη­μέ­νου», (ἐκ χει­ρο­γρά­φου τῆς Ἱ. Μο­νῆς Κων­στα­μο­νί­του Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους), ἔκ­δ. «Ὀρ­θο­δό­ξου Κυ­ψέ­λης», Θεσ­σα­λο­νί­κη 1978, σ. 16.

[42] Νικοδήμου, ἐν «Θεοδρομία», ἔ.ἀ., σ. 179.

[43] Φίλια, ἐν Διατριβῇ, ἔ.ἀ., σ. 100, 108.

[44] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 145.

[45] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 119.

[46] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 127.

[47] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 126.

[48] Φίλια, ἐν Διατριβῇ, ἔ.ἀ., σ. 61.

[49] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 124, 127, 134.

[50] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 125.

[51] «Ἐ­πεὶ ἐ­ὰν εὐ­λο­γή­σῃς τῶ πνεύ­μα­τι, ὁ ἀ­να­πλη­ρῶν τὸν τό­πον τοῦ ἰ­δι­ώ­του πῶς ἐ­ρεῖ τὸ ἀ­μὴν ἐ­πὶ τῇ σῇ εὐ­χα­ρι­στί­ᾳ;».

[52] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 121.

[53] Φίλια, ἐν Διατριβῇ, ἔ.ἀ., σ. 63.

[54] Ἄρθρον ἐν συλλ. τόμῳ «L’ Eglise et les Eglises», ἔκδ. Chevetogne, Βέλ­γι­ο 1955, τ. β´.

[55] Φίλια, ἐν Διατριβῇ, ἔ.ἀ., σ. 54.

[56] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 140.

[57] Νικοδήμου, ἐν «Θεοδρομία», ἔ.ἀ., σ. 177.

[58] Πρβλ. τὰ «...θεολογικὰ ἐργαστήρια ποὺ διοργανώνει ἡ “Σύναξη”, μὲ γενικὸ αἴτημα τὸ θέμα τῆς Λειτουργικῆς Ἀνανέωσης...», (περιοδ. «Σύναξη», τ. 71, Ἰούλ.-Σεπτ. 1999, σ. 4, 38-46, 63-69 / τ. 72, Ὀκτ.-Δεκ. 1999, σ. 21-32, 42-51).

[59] Φίλια, ἐν «Θεολογία», .., σ. 140.

[60] Φίλια, ἐν Διατριβῇ, ἔ.ἀ., σ. 98, 117-8.

[61] Φίλια, ἐν Διατριβῇ, ἔ.ἀ., σ. 148, 191.

[62] Φίλια, ἐν Διατριβῇ, ἔ.ἀ., σ. 155-6.

[63] Πρβλ. Δημητράκου Δ., «Μέγα Λεξικόν».

[64] «Εὐλαβήθην Μαξίμους, Σωφρονίους, Ἀνδρέας, Δαμασκηνούς, Σουΐδας, Συγκέλλους, Ἀγά­θω­νας πάπας καὶ ἄλλους πολλούς, μερικοὺς Πατέρας, οἵτινες ὡς γνήσια δέχονται τὰ τοῦ θείου Διονυσίου συγγράμματα... (Πρβλ. «Πηδάλιον», Ἀθῆναι 1976, σ. 323-4). (Εὐλαβήθην) δύω Οἰ­κου­μενικὰς Συνόδους, τὴν Ἕκτην, λέγω, ἥτις ἀναφέρει ρητὸν ἐξ αὐτοῦ κατὰ τὴν ς´ Πρᾶξιν αὐτῆς, καὶ τὴν Οἰκουμενικὴν Ζ´, ἥτις ἐν τῷ β´ καὶ δ´ Κανόνι αὐτῆς ρητὰ τοῦ ἁγίου Διονυσίου ἀναφέρει, καὶ αὐτὸν τὸν Διονύσιον Μέγα ὀνομάζει. (Πρβλ. «Πρακτικὰ τῶν Ἁγίων καὶ Οἰκουμε­νι­κῶν Συνόδων», τ. Γ´, σ. 71, 127). Ὅμοίως καὶ μίαν Τοπικὴν Σύνοδον, τὴν ἐν Ρώμῃ συναχθεῖ­σαν ἐπὶ Μαρτίνου κατὰ Μονοθελητῶν. (Πρβλ. «Πρακτικὰ τῶν Ἁγίων καὶ Οἰκουμενικῶν Συνό­δων», τ. Β´, σ. 498). Ἀλλὰ γὰρ γενηθήτωσαν αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι ἀληθεῖς, ὡς σφάλεσθαι μὴ δύνασθαι. Πᾶς δὲ ἄνθρωπος μερικὸς γενηθήτω ψεύστης, ὡς σφαλῆναι δυνάμενος, κἂν μυ­ριάκις καλῆται σοφὸς καὶ φιλόσοφος...». (Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, «Συναξαριστής», ἐν Βενε­τίᾳ 1819, τ. Α´, σ. 114).

   «Αἱ εὔλογοι ἀπορίαι καὶ δυσπιστίαι, διὰ τὸν συγγραφέα τῶν ἀρεοπαγιτικῶν συγγραμμάτων, δὲν ὑπῆρχον μέχρι τῆς ἐμφανίσεως τοῦ προτεσταντισμοῦ... Ἀντιθέτως ἡ Ἐκκλησία, καίπερ τελοῦσα ἐν γνώσει τοῦ ἱστορικοῦ κενοῦ τῶν 4ων αἰώνων, τὰ θεωρεῖ ὡς γνήσια ἔργα τοῦ Ἀπο­στο­λικοῦ Πατρός... Διὰ τοῦτο τὰ συγγράμματα ταῦτα ἔχουν γίνει ἀποδεκτὰ ὑπὸ δύο Οἰκου­μενικῶν Συνόδων, τῆς Ϛ´ καὶ τῆς Ζ´, ὡς καὶ ὑπὸ δύο Τοπικῶν καὶ ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων... Ἢ μήπως ὁ πρῶτος “ἀπατηθείς”, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς δὲν ἐγνώριζε τὸν ἱστορικὸν αὐτὸ πρόβλημα, ἀλλὰ καὶ οἱ κατόπιν μέχρι σήμερον ἅγιοι Θεολόγοι δὲν ἐτέλουν ἐν γνώσει, ὅτι τὰ συγγράμματα αὐτὰ ἐνεφανίσθησαν μόλις εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 6ου αἰῶνος; Διὰ ποῖον λόγον τὰ ἀπεδέχθησαν ἀνεπιφυλάκτως ὡς γνήσια ἔργα τοῦ θεοφόρου Πατρός; ...». (Θεοκλήτου μονα­χοῦ Διονυσιάτου, «Περὶ μίαν θεολογικὴν μελέτην», ἐν περιοδ. «Ἀθωνικοὶ διάλογοι», Ἅγιον Ὄρος 1975, τ. 29-30, σ. 11).

[65] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 143.

[66] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 143.

[67] Φίλια, ἐν «Θεολογία», ἔ.ἀ., σ. 143.

[68] Νικοδήμου, ἐν «Θεοδρομία», ἔ.ἀ., σ. 185 ἐξ.

[69] Φίλια, ἐν Διατριβῇ, ἔ.ἀ., σ. 93.

[70] Πρβλ.: «Ἐν ὅ­σῳ δὲ τῶν αἰ­τή­σε­ων ὁ δι­ά­κο­νος ἐ­ξη­γεῖ­ται καὶ ὁ ἱ­ε­ρὸς λα­ὸς εὔ­χε­ται, ὁ ἱ­ε­ρεὺς ἔν­δον εὐ­χὴν ποι­εῖ­ται ἡ­συ­χῇ καὶ καθ᾿ ἑ­αυ­τόν...». («Πε­ρὶ τῶν...ἀ­ντι­φώ­νων», 1 – «Sources Chreti­en­nes» (SC), τ. 4bis, σ. 122).

   «Τὴν εὐ­χὴν τε­λέ­σας (ὁ ἱερεύς), τὴν αἰ­τι­ο­λο­γί­αν ταύ­την (“ὅ­τι σοι πρέ­πει...”), ὅ­τι καὶ ἀ­κρο­τε­λεύ­τι­ος οὖ­σα καὶ δο­ξο­λο­γί­α ἐ­στίν, εἰς ἐ­πή­κο­ον πά­ντων ἀ­να­γι­νώ­σκει, ἵ­να τοῦ ὕ­μνου κοι­νω­νοὺς ἅ­πα­ντας λά­βῃ, καὶ ὑ­πὸ πά­σης τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας ὁ Θε­ὸς ὑ­μνη­θῇ. Καὶ τοί­νυν ἀ­κού­ο­ντες κοι­νω­νοῦ­σιν αὐ­τῷ τοῦ ὕ­μνου. Εἰ­πό­ντος γὰρ ἐ­κεί­νου καὶ δο­ξο­λο­γή­σα­ντος, οἱ πι­στοὶ πά­ντες τὸ “Ἀ­μὴν” ἐ­πι­λέ­γου­σι. Καὶ τοῦ­το τὸ ρῆ­μα βο­ή­σα­ντες οἰ­κει­οῦ­νται πά­σας τὰς ἐ­κεί­νου φω­νάς». («Πε­ρὶ τῶν...ἀ­ντι­φώ­νων», 2 –SC 4bis, 122-4).

   «Ἐν ὅ­σῳ δὲ ἡ ψαλ­μω­δί­α ἐ­τε­λεῖ­το καὶ οἱ πι­στοὶ ηὔ­χο­ντο, ὁ ἱ­ε­ρεὺς ἔν­δον, εὐ­χὴν ποι­η­σά­με­νος πρὸς τὸν Θε­όν, κα­θό­λου τε πε­ρὶ τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας». («Πε­ρὶ τῶν...ἀ­ντι­φώ­νων», 5 –SC 4bis, 124).

   «Ὁ δὲ ἱ­ε­ρεὺς πά­λιν εὐ­χὴν ποι­η­σά­με­νος ὑ­πὲρ τῶν συ­νευ­χο­μέ­νων αὐ­τῷ πι­στῶν...προ­τί­θη­σιν τὴν αἰ­τί­αν, τὴν Αὐ­τοῦ ἀ­γα­θό­τη­τα καὶ φι­λαν­θρω­πί­αν, ἣν καὶ ἀ­κρο­τε­λεύ­τι­ον οὖ­σαν εἰς ἐ­πή­κο­ον πά­ν­των εἰ­πών». («Πε­ρὶ τῶν...ἀ­ντι­φώ­νων», 7 –SC 4bis, 126).

   «Εἶ­τα καὶ αὐ­τὸς (ὁ ἱ­ε­ρεὺς) τὸ τῆς εὐ­χῆς ἀ­κρο­τε­λεύ­τι­ον, ἣν ἐ­φ᾿ ἑ­αυ­τοῦ πρὸς τὸν Θε­ὸν ἐ­ποι­ή­σα­το εἰς ἐ­πή­κο­ον πά­ντων βο­ή­σας κα­τὰ τὸ ἔ­θος καὶ δο­ξο­λο­γή­σας, καὶ αὐ­τοὺς λα­βὼν τῆς δο­ξο­λο­γί­ας κοι­νω­νούς». («Πε­ρὶ τῶν με­τὰ τὴν εἰ­σα­γω­γὴν δώ­ρων», 2 –SC 4bis, 166).

   «Καὶ πάντων συνθεμένων καί· “Ἄξιον καὶ δίκαιον” ἀνειπόντων, αὐτὸς (ὁ ἱερεὺς) ἐφ᾿ ἑαυτοῦ τὴν εὐχαριστίαν προσφέρει τῷ Θεῷ». («Περὶ τοῦ ἁγιασμοῦ τῶν δώρων...» –SC 4bis, 174).

   «Οὕ­τω δὲ ταῦ­τα πρὸς τὸ πλῆ­θος βο­ή­σας, εἶ­τα καὶ αὐ­τὸς ἐφ᾿ ἑ­αυ­τοῦ καὶ ἡ­συ­χῇ εὔ­χε­ται, πε­ρὶ τῶν αὐ­τῶν τὸν Θε­ὸν ἱ­κε­τεύ­ων... Εἶ­τα εὐ­ξά­με­νος ἅ­πα­σι τὴν τοῦ Θε­οῦ βο­ή­θει­αν καὶ τὴν φυ­λα­κήν, κε­λεύ­ει καὶ αὐ­τοὺς εὔ­ξα­σθαι “τὴν ἡ­μέ­ραν πᾶ­σαν τε­λεί­αν, ἁ­γί­αν, εἰ­ρη­νι­κὴν καὶ ἀ­να­μάρ­τη­τον” δι­ε­νε­γκεῖν...». («Πε­ρὶ ὧν ὁ ἱ­ε­ρεύς...εὔ­χε­ται ὑ­πὲρ τῶν ἱ­ε­ρῶν δώ­ρων», 9, 10 –SC 4bis, 216).

   «Αὐ­τὸς (ὁ ἱ­ε­ρεὺς) τὸ ἀ­κρο­τε­λεύ­τι­ον ἐκ­βο­ή­σας εἰς δο­ξο­λο­γί­αν τοῦ Θε­οῦ τὴν εὐ­χὴν κα­τα­κλεί­ει». («Πε­ρί...τῆς κλί­σε­ως τῶν κε­φα­λῶν», 1 –SC 4bis, 218).

   «Πά­ντων δὲ κλι­νό­ντων τὰς κε­φα­λάς, ὁ ἱ­ε­ρεὺς ἐφ᾿ ἑ­αυ­τοῦ...εὔ­χε­ται. Εἶ­τα δο­ξο­λο­γί­αν προ­σθεὶς εἰς ἐ­πή­κο­ον τοῦ πε­ρι­ε­στῶ­τος πλή­θους,